"Όσο είμαστε κάθετοι στο χώμα,η φωνή μας ας υψώνεται καταγγελία,ένα κατηγορώ.Όταν έρθει η ώρα..τις εστιν συγγραφέας η μη, τότε θα κριθούμε... για το ταλέντο εκείνο που δόθηκε σε όλους μας,το ταλέντο της λαλιάς. Από του φοβερού βήματος θα μας ρωτήσουν:"Τι έκανες το τάλαντον που σου δόθηκε;Το αξιοποίησες για να καταγγείλεις αυτά που ατιμάζουν την αξία άνθρωπος;Ή φοβήθηκες τις εξουσίες του κόσμου τούτου και τις προσκύνησες και το τάλαντον το έκρυψες εν τη γη; "Α.ΣΑΜΑΡΑΚΗΣ (e-mail:prylhs@yahoo.com)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2018
Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2015
Το αγόρι και τα καρφιά
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα αγόρι με άσχημο χαρακτήρα.
Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2014
Η Αγάπη και ο Χρόνος
Στα πολύ παλιά χρόνια, σε ένα μικρό νησάκι στη μέση του ωκεανού, ζούσαν τα συναισθήματα. Η Χαρά , η Γνώση, η Λύπη, η Ευτυχία, ο Θυμός, η Αγάπη και όλα τα άλλα συναισθήματα είχαν την κατοικία τους σ’ εκείνο το νησί. |
Σάββατο 22 Νοεμβρίου 2014
Προσπαθήστε να μην κρίνετε από το περιτύλιγμα και μην υποτιμάτε ποτέ μα ποτέ την δύναμη που έχετε και που μπορεί να αλλάξει τις ζωές των ανθρώπων γύρω σας.
Μια δασκάλα δεν συμπαθούσε καθόλου ένα μαθητή της. Ώσπου έμαθε το τραγικό μυστικό του…
Ό,τι κάνεις, γυρίζει
Κάποια
μέρα ένας άνδρας είδε μια γριά γυναίκα που καθόταν στην άκρη του δρόμου, αλλά
ακόμη και στο λιγοστό φως της ημέρας, μπορούσε να διακρίνει ότι χρειαζόταν
βοήθεια…
Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2014
Μάθημα ζωής με 20 ευρώ
Ένας καθηγητής κρατούσε ένα χαρτονόμισμα των 20 ευρώ και
ρώτησε τους μαθητές.
Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2014
...μια Ινδική Ιστορία
Αφιέρωσε δύο
λεπτά στο διάβασμα του κειμένου που ακολουθεί.Αξίζει τον κόπο!!
Σάββατο 19 Ιουλίου 2014
Σάββατο 26 Απριλίου 2014
Η κρίση των...γαιδάρων!
Μια μέρα εμφανίστηκε σε ένα χωριό ένας άνδρας με γραβάτα. Ανέβηκε σε ένα παγκάκι και φώναξε σε όλο τον τοπικό πληθυσμό ότι θα αγόραζε...όλα τα γαϊδούρια που θα του πήγαιναν, έναντι 100 ευρώ και μάλιστα μετρητά.
Οι ντόπιοι το βρήκαν λίγο περίεργο, αλλά η τιμή ήταν πολύ καλή και όσοι προχώρησαν στην πώληση γύρισαν σπίτι με το τσαντάκι γεμάτο και το χαμόγελο στα χείλη.Ο άνδρας με τη γραβάτα επέστρεψε την επόμενη μέρα και πρόσφερε 150 ευρώ για κάθε απούλητο γάιδαρο, κι έτσι οι περισσότεροι κάτοικοι πούλησαν τα ζώα τους. Τις επόμενες ημέρες προσέφερε 300 ευρώ για όσα ελάχιστα ζώα ήταν ακόμα απούλητα με αποτέλεσμα και οι τελευταίοι αμετανόητοι να πουλήσουν τα γαϊδούρια τους.
Μετά συνειδητοποίησε ότι στο χωριό δεν έμεινε πια ούτε ένας γάιδαρος και ανακοίνωσε σε όλους ότι θα επέστρεφε μετά από μια εβδομάδα για να αγοράσει οποιοδήποτε γάιδαρο έβρισκε έναντι … 500 ευρώ!! Και αποχώρησε.
Την επόμενη μέρα ανέθεσε στον συνέταιρό του το κοπάδι των γαϊδάρων που είχε αγοράσει και τον έστειλε στο ίδιο χωριό με εντολή να τα πουλήσει όλα στην τιμή των 400 ευρώ το ένα.
Οι κάτοικοι βλέποντας την δυνατότητα να κερδίσουν 100 ευρώ την επόμενη εβδομάδα, αγόρασαν ξανά τα ζώα τους 4 φορές πιο ακριβά από ότι τα είχανε πουλήσει, και για να το κάνουν αυτό, αναγκάστηκαν να ζητήσουν δάνειο από την τοπική τράπεζα.
Όπως φαντάζεστε, μετά την συναλλαγή οι δύο επιχειρηματίες έφυγαν διακοπές σε έναν φορολογικό παράδεισο της Καραϊβικής, ενώ οι κάτοικοι του χωριού βρέθηκαν υπερχρεωμένοι, απογοητευμένοι, και με τα γαϊδούρια στην κατοχή τους που δεν άξιζαν πλέον τίποτα.
Φυσικά οι αγρότες προσπάθησαν να πουλήσουν τα ζώα για να καλύψουν τα χρέη. Μάταια. Η αξία τους είχε πατώσει. Η τράπεζα λοιπόν κατάσχεσε τα γαϊδούρια και εν συνεχεία τα νοίκιασε στους πρώην ιδιοκτήτες τους.
Ο τραπεζίτης όμως πήγε στον δήμαρχο του χωριού και του εξήγησε ότι εάν δεν ανακτούσε τα κεφάλαια που είχε δανείσει θα κατέρρεε και αυτός, και κατά συνέπεια θα ζητούσε αμέσως το κλείσιμο της ανοικτής πίστωσης που είχε με τον δήμο.
Πανικόβλητος ο δήμαρχος και για να αποφύγει την καταστροφή, αντί να δώσει λεφτά στους κατοίκους του χωριού για να καλύψουν τα χρέη τους, έδωσε λεφτά στον τραπεζίτη, ο οποίος παρεμπιπτόντως … ήταν κουμπάρος του δημοτικού συμβούλου…
Δυστυχώς όμως ο τραπεζίτης αφού ανέκτησε το κεφάλαιό του, δεν έσβησε το χρέος των κατοίκων, και ούτε το χρέος του δήμου, ο οποίος φυσικά βρέθηκε ένα βήμα πριν την πτώχευση.
Βλέποντας τα χρέη να πολλαπλασιάζονται και στριμωγμένος από τα επιτόκια, ο δήμαρχος ζήτησε βοήθεια από τους γειτονικούς δήμους. Αυτοί όμως του έδωσαν αρνητική απάντηση, γιατί όπως του είπαν είχαν υποστεί την ίδια ζημιά με τους δικούς τους γαιδάρους!
Ο τραπεζίτης τότε έδωσε στον δήμαρχο την «ανιδιοτελή» συμβουλή / οδηγία να μειώσει τα έξοδα του δήμου: λιγότερα λεφτά για τα σχολεία, για το νοσοκομείο του χωριού, για την δημοτική αστυνομία, κατάργηση των κοινωνικών προγραμμάτων, της έρευνας, μείωση της χρηματοδότησης για καινούρια έργα υποδομών… Αυξήθηκε η ηλικία συνταξιοδότησης, απολύθηκαν οι περισσότεροι υπάλληλοι του δημαρχείου, έπεσαν οι μισθοί και αυξήθηκαν οι φόροι.
Ήταν έλεγε αναπόφευκτο, αλλά υποσχόταν με αυτές τις διαρθρωτικές αλλαγές «να βάλει τάξη στη λειτουργία του δημοσίου, να βάλει τέλος στις σπατάλες» και να … ηθικοποιήσει το εμπόριο των γαϊδάρων.
Η ιστορία άρχισε να γίνεται ενδιαφέρουσα όταν μαθεύτηκε πως οι δυο επιχειρηματίες και ο τραπεζίτης είναι ξαδέρφια και μένουν μαζί σε ένα νησί κοντά στις Μπαχάμες, το οποίο και αγόρασαν με τον ιδρώτα τους. Ονομάζονται οικογένεια Χρηματοπιστωτικών Αγορών, και με μεγάλη γενναιότητα προσφέρθηκαν να χρηματοδοτήσουν την εκλογική εκστρατεία των δημάρχων των χωριών της περιοχής.
Σε κάθε περίπτωση η ιστορία δεν έχει τελειώσει γιατί κανείς δεν γνωρίζει τι έκαναν μετά οι αγρότες. Εσύ τι θα έκανες στην θέση τους? Τι θα κάνεις εσύ?
(Μετάφραση από το ιταλικό κείμενο το οποίο ήταν μετάφραση του γαλλικού και πάει λέγοντας. Φυσικά τα κείμενα αυτά είναι μεταφρασμένα σε όλες τις γλώσσες γιατί ως γνωστό στην ιστορία αυτή εμπλέκονται επιχειρηματίες, τραπεζίτες, δημοτικές αρχές και φουκαράδες χωρικοί όλου του κόσμου καθώς όλος ο πλανήτης υπόκειται στους «κανόνες της αγοράς»... των γαιδάρων.)
ΠΗΓΗ:https://gr.news.yahoo.com/%CE%B7-%CE%BA%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%B7-%CF%84%CF%89%CE%BD---%CE%B3%CE%B1%CE%B9%CE%B4%CE%AC%CF%81%CF%89%CE%BD--120125670.html
Κυριακή 6 Απριλίου 2014
εχθρός – Μια Παραβολή Του Αϊνστάιν
Αυτή την παραβολή –ή μύθο- τη διάβασα πριν από πολλά χρόνια σε ένα βιβλίο του Αϊνστάιν. Δε θυμάμαι τον τίτλο. Θυμάμαι μόνο ότι το είχα πάρει από τη δημοτική βιβλιοθήκη μαζί με μια εκλαϊκευμένη επιτομή του επιστημονικού του έργου, από την οποία κατάφερα να διαβάσω μία ή δύο σελίδες και ένιωσα πολύ ηλίθιος.
Δεν ξέρω αν αυτός ο μύθος είναι δική του επινόηση. Τον μεταφέρω όπως τον θυμάμαι.
~~{}~~
Το άλογο ζούσε ελεύθερο στο δάσος.
Μια μέρα το πλησίασε ο άνθρωπος.
«Εσύ είσαι», του είπε, «το πιο υπερήφανο, το πιο γρήγορο, το πιο όμορφο απ’ όλα τα ζώα. Καλπάζεις, ο άνεμος παίρνει τη χαίτη σου, και όλοι σε θαυμάζουν. Ο λύκος τρέμει τα δυνατά σου πόδια, η αλεπού ζηλεύει την εξυπνάδα σου, το γεράκι δεν μπορεί να σε προφτάσει. Είσαι το πιο ευγενικό και το πιο μεγαλοπρεπές ζώο.»
Το άλογο χλιμίντριζε όλη αυτή την ώρα συγκαταβατικά.
«Θα έπρεπε εσύ να είσαι ο άρχοντας του δάσους, όμως… Υπάρχει το ελάφι.»
Το άλογο έστρεψε τη μουσούδα του απορημένο.
«Αυτό το ύπουλο κτήνος σε μισεί. Θέλει να σου κλέψει τη δόξα και το βασίλειο. Πάει στις λίμνες, στα ποτάμια και στις πηγές και τα βρωμίζει με τις ακαθαρσίες του. Ποδοπατεί το χορτάρι για να μη βρεις να φας.»
«Και έμαθα πως σχεδιάζει να φέρει στα κέρατα του το φίδι, όταν θα κοιμάσαι, για να σε εξοντώσει.»
Το άλογο ανασηκώθηκε στα πίσω του πόδια.
«Μην ανησυχείς, ω περιούσιο τετράποδο, υπάρχει λύση. Θα με αφήσεις να σου φορέσω σέλα και χαλινάρια, να σε καβαλικέψω, και μαζί θα πάμε να εξοντώσουμε το δόλιο ελάφι. Έτσι θα μείνεις ο μόνος και ο αδιαμφισβήτητος κυρίαρχος.»
Το άλογο δέχτηκε. Ο άνθρωπος το καβαλίκεψε, πήρε και το πιστό του τσιράκι –το σκύλο- και άρχισαν το κυνήγι.
Σύντομα βρήκαν το ελάφι, το καταδίωξαν και το σκότωσαν.
Πάνω από το κουφάρι το ελάφι έδειξε τα δόντια του ευχαριστημένο. Ζήτησε από τον άνθρωπο να κατέβει.
Εκείνος γέλασε και του έδωσε μια καμτσικιά.
«Δεν κατάλαβες. Τώρα εγώ είμαι αυτός που δίνει τις εντολές. Προχώρα, λοιπόν.»
~~{}~~
Το βιβλίο του Αϊνστάιν ήταν γραμμένο στα μέσα της δεκαετίας του πενήντα. Οι Ναζί δεν υπήρχαν πια και ο μεγάλος εχθρός των Αμερικάνων ήταν οι κομμουνιστές.
Μετά το ’89, που ο κομμουνισμός κατάρρευσε, το Αμερικανικό κράτος είχε ανάγκη από κάποιον καινούριο εχθρό: Επινοήθηκε την απειλή των τρομοκρατών.
-
Καθώς ο κόσμος εξελίσσεται δημιουργήθηκε η ανάγκη για έναν νέο εχθρό, πολύ πιο ύπουλο και πολύ πιο επικίνδυνο, για έναν εσωτερικό/εξωτερικό εχθρό.
Είναι οι φτωχοί πολίτες που ζητούν αναδιανομή του πλούτου –όπως οι απεχθείς κομμουνιστές άλλοτε- και τα φτωχά κράτη που αδυνατούν να αποπληρώσουν τα απεχθή χρέη τους στην παγκόσμια τράπεζα, δημιουργώντας οικονομικές κρίσεις.
Είναι οι νέοι που αντιδρούν δυναμικά στην υποθήκευση του μέλλοντος τους, δυναμιτίζοντας την ασφάλεια των ανώτερων –οικονομικά- τάξεων.
-
Όμως ο ολοκληρωτισμός των ελεύθερων αγορών βρίσκεται πάντα ένα βήμα μπροστά, έχει ήδη ξεκινήσει να κατασκευάζει το νέο άλλοθι των ραδιουργιών της.
Ο καινούριος εχθρός θα είμαστε εμείς. Και το άλογο θα είμαστε εμείς. Θα καταδιώκουμε τον εαυτό μας για να εξυπηρετήσουμε αυτόν που μας έχει καβαλήσει.
Αυτή είναι η ύστατη παγίδα του μεταμοντέρνου καπιταλισμού, του μεταφυσικού –σχεδόν- καπιταλισμού.
Του καπιταλισμού που εξελίσσεται πολύ πιο γρήγορα από τους επικριτές του και από τα θύματα του.
Ο εχθρός δε θα είναι κάποιος ξένος ή άγνωστος.
Ο εχθρός θα είναι ο αδελφός σου, ο πατέρας σου, ο γείτονας σου.
Ο εχθρός σου θα είναι ο πλησίον σου.
Ο εχθρός σου θα είσαι εσύ.
-
Εσύ που παθαίνεις κατάθλιψη επειδή δεν μπορείς να είσαι επιτυχημένος, ενώ όλοι εκείνοι στην τηλεόραση είναι.
Εσύ που είσαι άνεργος και άπορος, ενώ τα είδωλα σου –παρά τη μετριότητα τους- ζουν πλουσιοπάροχα.
Εσύ που ζεις μετά βίας ενώ οι ένδοξοι πρόγονοι σου ζούσαν… ένδοξα.
Εσύ που είσαι ανίκανος να δρέψεις τις δάφνες του νεοφιλελεύθερου καθεστώτος.
Εσύ θα είσαι ο φταίχτης. Εσύ και το θύμα.
-
Και θα τρως τις σάρκες σου, θα καταποντίζεσαι στην αδυναμία σου, βλαστημώντας την ανικανότητα σου, ενώ θα υπηρετείς αυτούς που σε εξαναγκάζουν να μην είσαι τίποτα άλλο από υπηρέτης, χωρίς να μπορείς να σταθείς στα πόδια σου, σαν να εξελίσσεσαι αρνητικά από sapien σε κάτι τόσο γλοιώδες όσο ο πρωταρχικός μονοκύτταρος οργανισμός, ή σαν μια στείρα εργάτρια μέλισσα που θυσιάζεται για να υπερασπιστεί τη βασίλισσα, μικρός και ασήμαντος, δειλός και εύχρηστος, χωρίς συνείδηση πια, χωρίς αυτογνωσία, ένα αναλώσιμο κομμάτι σε μια μονόχρωμη σκακιέρα, ένα ασήμαντο πιόνι σε ένα παιχνίδι δίχως όρους, δίχως τέλος, δίχως σκοπό, πέρα από την προάσπιση των συμφερόντων εκείνων των τόσων λίγων που έχουν καβαλήσει, με τη συγκατάθεση της, την ανθρωπότητα.
______
Πηγή: sanejoker.info
Τρίτη 11 Μαρτίου 2014
Ανακαλύπτοντας τον πραγματικό τρόμο
Paulo Coelho
Ένας σουλτάνος αποφάσισε να ταξιδέψει στην θάλασσα με μερικούς από τους αγαπημένους του αυλικούς. Μπήκαν στο πλοίο για το Ντουμπάι και έπλευσαν έξω στην ανοικτή θάλασσα. Ωστόσο, μόλις το πλοίο απομακρύνθηκε από τη γη, ένας από τους υπηκόους του - ο οποίος δεν είχε δει ποτέ ξανά τη θάλασσα , έχοντας περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στα βουνά - άρχισε να κατακλύζεται από πανικό.
Καθισμένος στο κράτημα του πλοίου, έκλαιγε, φώναζε και αρνήθηκε να φάει ή να κοιμηθεί. Όλοι προσπάθησαν να τον ηρεμήσουν, λέγοντας ότι το ταξίδι δεν ήταν τόσο επικίνδυνο όσο όλα αυτά, αλλά αν και άκουσε τα λόγια τους, δεν είχαν καμία επίδραση στην καρδιά του. Ο σουλτάνος δεν ήξερε τι να κάνει, και το ωραίο ταξίδι πάνω στην ήρεμη θάλασσα και κάτω από τους γαλάζιους ουρανούς, έγινε ένα μαρτύριο για τους επιβάτες και το πλήρωμα το ίδιο.
Δύο μέρες πέρασαν χωρίς κανείς να μπορεί να κοιμηθεί εξαιτίας των κλαμάτων του ανθρώπου. Ο σουλτάνος ήταν έτοιμος να διατάξει το σκάφος να επιστρέψει στο λιμάνι, όταν ένας από τους υπουργούς του, ο οποίος ήταν γνωστός για την σοφία του, ήρθε:
- Υψηλότατε, με την άδειά σας, θα είμαι σε θέση να τον ηρεμήσω.
Χωρίς στιγμή δισταγμού, ο σουλτάνος είπε ότι όχι μόνο θα το επιτρέψει, αλλά και ότι θα τον ανταμείψει αν κατάφερνε να λύσει το πρόβλημα.
Ο σοφός άνθρωπος ζήτησε ο άνθρωπος να ριχτεί στη θάλασσα. Αμέσως, με όρεξη επειδή ο εφιάλτης τους έφτανε στο τέλος του, αρκετά μέλη του πληρώματος άρπαξαν τον άνθρωπο που αγωνιζόταν να κρατηθεί, και τον πέταξαν μέσα στον ωκεανό.
Ο αυλικός πεταμένος βίαια, βυθίστηκε, κατάπιε άφθονο θαλασσινό νερό, επέστρεψε στην επιφάνεια ουρλιάζοντας πιο δυνατά από ποτέ, βυθίστηκε ξανά, και κατάφερε να επιπλεύσει για άλλη μια φορά. Ακριβώς τότε, ο υπουργός διέταξε γι 'αυτόν να τραβηχτεί πίσω στο πλοίο.
Από τότε, κανείς δεν άκουσε παρά μόνο ένα παράπονο από τον άνθρωπο, ο οποίος πέρασε το υπόλοιπο του ταξιδιού στη σιωπή, και ακόμη σχολίασε με έναν από τους επιβάτες πως δεν είχε δει ποτέ κάτι τόσο όμορφο όσο ο ουρανός και η θάλασσα να αγγίζονται από τον ορίζοντα. Το ταξίδι - που είχε γίνει πριν ένα μαρτύριο για όλους εκείνους επί του πλοίου - έγινε μια ευχάριστη, ειρηνική εμπειρία.
Λίγο πριν επιστρέψουν στο λιμάνι, ο σουλτάνος πήγε να δει τον υπουργό:
- Πώς μάντεψες ότι, ρίχνοντας αυτόν το φτωχό άνθρωπο στη θάλασσα, θα ηρεμούσε;
- Λόγω του γάμου μου - απάντησε ο υπουργός. - Ήμουν πάντα τρομοκρατημένος ότι θα χάσω τη γυναίκα μου, και ήμουν τόσο ζηλιάρης που ποτέ δεν σταμάτησα να φωνάζω και να ουρλιάζω, σαν εκείνον τον άνθρωπο.
"Μια μέρα δεν μπορούσε να αντέξει περισσότερο, και με άφησε - και γεύτηκα την τρομερή εμπειρία του να ζω χωρίς αυτήν. Επέστρεψε μόνο όταν υποσχέθηκα να μην την βασανίσω ποτέ ξανά με τους φόβους μου.
"Με τον ίδιο τρόπο, εκείνος ο άνθρωπος δεν είχε ποτέ γευτεί το θαλασσινό νερό, και δεν είχε γνωρίσει ποτέ την αγωνία ενός άνθρωπου που πνίγεται. Όταν το ένιωσε , κατάλαβε πάρα πολύ καλά πόσο θαυμάσια μπορεί να είναι το να αισθάνεται τις σανίδες του πλοίου κάτω από τα πόδια του.
- Σοφές συμβουλές - σχολίασε ο σουλτάνος.
- Στην Αγία Γραφή, ένα ιερό βιβλίο των Χριστιανών, λέει: «το μόνο που φοβόμουν περισσότερο, ήρθε να περάσει. »
«Μερικοί άνθρωποι μπορούν να αξιολογήσουν αυτό που έχουν, όταν υπομείνουν την εμπειρία της απώλειας.»
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Μας το έστειλε ο ΜΙΜΗΣ
Μπαμπά, μπορώ να αγοράσω μια ώρα από τον χρόνο σου......
Πατέρας και γιος: μια πολύ όμορφη ιστορία
Ένας πατέρας γυρίζει σπίτι από την εργασία αργά, κουρασμένος και εκνευρισμένος , για να βρει τον πέντε ετών γιο του να τον περιμένει στην πόρτα.
Γιος: «Μπαμπά, μπορώ να σε ρωτήσω κάτι;»
Πατέρας: «Ναι βεβαίως , τι είναι;»
Γιος: «Μπαμπάς, πόσα παίρνεις στη μια ώρα;»…
Πατέρας: «Αυτό δεν είναι δική σου δουλειά. Γιατί ρωτάς ένα τέτοιο πράγμα;» ρώτησε θυμωμένα.
Γιος: «Θέλω ακριβώς να ξέρω. Παρακαλώ πες μου, πόσα παίρνεις στη μια ώρα;»
Πατέρας: «Εάν πρέπει να ξέρεις παίρνω 50€ την ώρα.»
Γιος: «Ωχ, απάντησε το παιδί, με το κεφάλι του κάτω.
Γιος: «Μπαμπά σε παρακαλώ μπορείς να μου δανείσεις 25€;»
Ο πατέρας εξαγριωμένος, «εάν ο μόνος λόγος που εσύ ρώτησες είναι, ώστε να δανειστείς κάποια χρήματα για να αγοράσεις ένα ανόητο παιχνίδι ή κάποιες άλλες αηδίες, τότε να πας κατ’ ευθείαν στο δωμάτιό σου και στο κρεβάτι σου. Σκέψου γιατί είσαι τόσο εγωιστής. Δεν εργάζομαι σκληρά καθημερινά για τέτοιες παιδαριώδεις επιπολαιότητες.»
Γιος: «Μπαμπά, μπορώ να σε ρωτήσω κάτι;»
Πατέρας: «Ναι βεβαίως , τι είναι;»
Γιος: «Μπαμπάς, πόσα παίρνεις στη μια ώρα;»…
Πατέρας: «Αυτό δεν είναι δική σου δουλειά. Γιατί ρωτάς ένα τέτοιο πράγμα;» ρώτησε θυμωμένα.
Γιος: «Θέλω ακριβώς να ξέρω. Παρακαλώ πες μου, πόσα παίρνεις στη μια ώρα;»
Πατέρας: «Εάν πρέπει να ξέρεις παίρνω 50€ την ώρα.»
Γιος: «Ωχ, απάντησε το παιδί, με το κεφάλι του κάτω.
Γιος: «Μπαμπά σε παρακαλώ μπορείς να μου δανείσεις 25€;»
Ο πατέρας εξαγριωμένος, «εάν ο μόνος λόγος που εσύ ρώτησες είναι, ώστε να δανειστείς κάποια χρήματα για να αγοράσεις ένα ανόητο παιχνίδι ή κάποιες άλλες αηδίες, τότε να πας κατ’ ευθείαν στο δωμάτιό σου και στο κρεβάτι σου. Σκέψου γιατί είσαι τόσο εγωιστής. Δεν εργάζομαι σκληρά καθημερινά για τέτοιες παιδαριώδεις επιπολαιότητες.»
Tο μικρό παιδί πήγε ήσυχα στο δωμάτιό του και έκλεισε την πόρτα.
Ο μπαμπάς κάθισε σκεπτόμενος την ερώτηση του παιδιού και νευρίαζε περισσότερο. Πώς τόλμησε να υποβάλλει τέτοια ερώτηση για να πάρει μόνο κάποια χρήματα;Μετά από μια περίπου ώρα, ο μπαμπάς είχε ηρεμήσει και είχε αρχίσει να σκέφτεται:
Ίσως είναι κάτι που πρέπει πραγματικά να αγοράσει ο μικρός με τα 25€ και δεν ζητάει χρήματα πολύ συχνά. Πήγε στην πόρτα του δωματίου του παιδιού και άνοιξε την πόρτα.
«Κοιμάσαι γιε μου;» Ρώτησε.
«Δεν κοιμάμαι » απάντησε το αγόρι.
«Σκεφτόμουν ,ότι ίσως ήμουν πάρα πολύ σκληρός μαζί σου νωρίτερα» είπε ο μπαμπάς .«Ήταν μια μεγάλη ημέρα και έβγαλα την κούραση μου σε σένα. Εδώ είναι τα 25€ που μου ζήτησες .»
Το παιδί έτρεξε κατ’ ευθείαν επάνω του χαμογελώντας . «Σε ευχαριστώ μπαμπά!» φώναξε. Κατόπιν, πάει στο μαξιλάρι του και βγάζει από κάτω κάποια τσαλακωμένα χρήματα.
Ο πατέρας μόλις βλέπει ότι το παιδί έχει ήδη κάποια χρήματα, αρχίζει να νευριάζει.
Το μικρό παιδί αρχίζει να μετράει σιγά τα χρήματά του, και κοιτάζει τον μπαμπά του.
«Γιατί θέλεις περισσότερα χρήματα εφόσον έχεις ήδη μερικά;» ο πατέρας του γκρινιάζει .
«Επειδή δεν είχα αρκετά, αλλά τώρα έχω,» το μικρό παιδί απάντησε.
«Μπαμπά, έχω 50€ τώρα. Μπορώ να αγοράσω μια ώρα του χρόνου σου;
Σε παρακαλώ έλα νωρίς αύριο σπίτι . Θα ήθελα πολύ να φάμε μαζί.»
Ο πατέρας συντρίφθηκε. Αγκάλιασε τον μικρό γιο του και ζήτησε συγνώμη.
Είναι ακριβώς μια σύντομη υπενθύμιση σε όλους σας που εργάζεστε τόσο σκληρά στη ζωή. Δεν πρέπει να αφήσουμε το χρόνο να περνάει από τα χέρια μας χωρίς να περνάμε χρόνο με εκείνους που πραγματικά σημαίνουν κάτι για εμάς , εκείνους που είναι κοντά στις καρδιές μας.
Εάν πεθάνουμε αύριο, η επιχείρηση για την οποία εργαζόμαστε θα μπορέσει εύκολα να μας αντικαταστήσει μέσα σε λίγες ώρες . Αλλά η οικογένεια και οι φίλοι που αφήνουμε πίσω θα αισθανθούν την απώλεια για το υπόλοιπο της ζωής τους.
ΠΗΓΗ:http://gr.news.yahoo.com/%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%AD%CF%81%CE%B1%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%82--%CE%BC%CE%B9%CE%B1-%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%8D-%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%81%CF%86%CE%B7-%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1-124440026.html
Κυριακή 9 Μαρτίου 2014
Προσοχή στο λάθος κόμμα.......
Τα σημεία της στίξεως
Την περίοδο του Εθνικού Διχασμού (1915-1917) στην Κρήτη, ένας επιθεωρητής Δημοτικής Εκπαιδεύσεως ανέβαινε με ένα μουλάρι σ' ένα ορεινό και δύσβατο χωριό, για να επιθεωρήσει τον δάσκαλο του (μονοθέσιου βεβαίως) σχολείου. Στον δρόμο που πήγαινε συναντά έναν αγωγιάτη και τον ρωτά:
-Δε μου λες, πατριώτη, ο δάσκαλος τι είναι; Βενιζελικός ή Βασιλικός;
-Βενιζελικός, απαντά ο αγωγιάτης.
-Α, το γαϊδούρι! σχολίασε ο επιθεωρητής.
Ο αγωγιάτης όμως ήταν και αυτός Βενιζελικός και φίλος του δασκάλου και έτρεξε να μεταφέρει στο δάσκαλο τη στιχομυθία:
- Το και το, δάσκαλε. Σε είπε γαϊδούρι.
Την επομένη μπαίνει ο επιθεωρητής στην τάξη και ρωτά τον δάσκαλο, ποιο είναι το μάθημα της ημέρας.
- Τα σημεία της στίξεως, απαντά ο δάσκαλος.
- Ας δούμε, λοιπόν, τι ξέρουν τα παιδιά, λέει ο επιθεωρητής.
Ο δάσκαλος σήκωσε έναν μαθητή, τον Σήφη, στον πίνακα και του είπε να γράψει τη φράση:
«Ο επιθεωρητής είπε, ο δάσκαλος είναι γαϊδούρι».
Αφού, έκπληκτος ο μαθητής, το έγραψε, τον ρωτά ο δάσκαλος:
- Ποιος είναι, παιδί μου, γαϊδούρι;
- Ο δάσκαλος, ψέλλισε ο Σήφης.
- Και ποιος το είπε;
- Ο επιθεωρητής, κύριε, απάντησε ο Σήφης.
- Ωραία, είπε ο δάσκαλος. Γράψε τώρα την ίδια φράση με δύο κόμματα και με άλλη σειρά:
«Ο επιθεωρητής, είπε ο δάσκαλος, είναι γαϊδούρι».
Μόλις τελείωσε ο μαθητής, τον ρωτά ο δάσκαλος:
- Ποιος είναι τώρα, παιδί μου, το γαϊδούρι;
- Ο επιθεωρητής, απαντά δειλά ο Σήφης.
- Και ποιος το είπε;
- Ο δάσκαλος, απαντά ο Σήφης.
Οπότε στρέφεται ο δάσκαλος στην τάξη και λέει:
- Είδατε παιδιά τι κάνουν τα κόμματα; Πότε βγάζουν γάιδαρο τον επιθεωρητή και πότε το δάσκαλο!
Στις μέρες μας, ο Σήφης, παππούς πλέον, καθισμένος στην πολυθρόνα του μπροστά στη τηλεόραση άκουσε για νέες μειώσεις στις συντάξεις και είπε:
- Όταν ήμουν μαθητής, άκουγα κάθε τόσο τον δάσκαλο να μας λέει: Παιδιά μου, να προσέχετε τα κόμματα! Ένα λάθος κόμμα, μπορεί να σας χαλάσει τελείως τη σύνταξη! Έπρεπε να περάσουν εξήντα χρόνια για να καταλάβω τι εννοούσε ο δάσκαλος.
-Δε μου λες, πατριώτη, ο δάσκαλος τι είναι; Βενιζελικός ή Βασιλικός;
-Βενιζελικός, απαντά ο αγωγιάτης.
-Α, το γαϊδούρι! σχολίασε ο επιθεωρητής.
Ο αγωγιάτης όμως ήταν και αυτός Βενιζελικός και φίλος του δασκάλου και έτρεξε να μεταφέρει στο δάσκαλο τη στιχομυθία:
- Το και το, δάσκαλε. Σε είπε γαϊδούρι.
Την επομένη μπαίνει ο επιθεωρητής στην τάξη και ρωτά τον δάσκαλο, ποιο είναι το μάθημα της ημέρας.
- Τα σημεία της στίξεως, απαντά ο δάσκαλος.
- Ας δούμε, λοιπόν, τι ξέρουν τα παιδιά, λέει ο επιθεωρητής.
Ο δάσκαλος σήκωσε έναν μαθητή, τον Σήφη, στον πίνακα και του είπε να γράψει τη φράση:
«Ο επιθεωρητής είπε, ο δάσκαλος είναι γαϊδούρι».
Αφού, έκπληκτος ο μαθητής, το έγραψε, τον ρωτά ο δάσκαλος:
- Ποιος είναι, παιδί μου, γαϊδούρι;
- Ο δάσκαλος, ψέλλισε ο Σήφης.
- Και ποιος το είπε;
- Ο επιθεωρητής, κύριε, απάντησε ο Σήφης.
- Ωραία, είπε ο δάσκαλος. Γράψε τώρα την ίδια φράση με δύο κόμματα και με άλλη σειρά:
«Ο επιθεωρητής, είπε ο δάσκαλος, είναι γαϊδούρι».
Μόλις τελείωσε ο μαθητής, τον ρωτά ο δάσκαλος:
- Ποιος είναι τώρα, παιδί μου, το γαϊδούρι;
- Ο επιθεωρητής, απαντά δειλά ο Σήφης.
- Και ποιος το είπε;
- Ο δάσκαλος, απαντά ο Σήφης.
Οπότε στρέφεται ο δάσκαλος στην τάξη και λέει:
- Είδατε παιδιά τι κάνουν τα κόμματα; Πότε βγάζουν γάιδαρο τον επιθεωρητή και πότε το δάσκαλο!
Στις μέρες μας, ο Σήφης, παππούς πλέον, καθισμένος στην πολυθρόνα του μπροστά στη τηλεόραση άκουσε για νέες μειώσεις στις συντάξεις και είπε:
- Όταν ήμουν μαθητής, άκουγα κάθε τόσο τον δάσκαλο να μας λέει: Παιδιά μου, να προσέχετε τα κόμματα! Ένα λάθος κόμμα, μπορεί να σας χαλάσει τελείως τη σύνταξη! Έπρεπε να περάσουν εξήντα χρόνια για να καταλάβω τι εννοούσε ο δάσκαλος.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Μας το έστειλε ο ΜΙΜΗΣ
Δευτέρα 3 Μαρτίου 2014
Καθώς μολογούν τα κ'κια....
Η προηγούμενη ανάρτηση, που κόβανε κάθε Σάββατο και ένα πόδι, έφερε στο νου μου το παρακάτω που μου το έλεγε ο παππούς μου.
Τα παλιά τα χρόνια σε κάποιο χωριό ο παπάς μόλις έμπαινε η Σαρακοστή έβαζε στη τσέπη του 40 κουκιά και κάθε μέρα έτρωγε και ένα μέχρι να τελειώσουν όλα και να αρχίσει η Μεγάλη Βδομάδα και νάρθει το ΠΑΣΧΑ.
Μια μέρα η παπαδιά είδε που ο παπάς έβαλε το χέρι στην τσέπη και πήρε ένα κουκί και το έφαγε και πιστεύοντας ότι του αρέσουν τα κουκιά και τα τρώει,το βράδυ που κοιμήθηκε του έβαλε μερικές χούφτες κουκιά στην τσέπη του.
Πέρασε πολύς καιρός και που να έρθει το Πάσχα.
Μια μέρα του λέει η παπαδια΄.
-Καλά παπά μου φέτος δεν θα κάνουμε Πάσχα;
Και ο παπάς τις λέει.
-Καθώς μολογούν τα κ'κια παπαδιά ούτε του χρόνου θα έχουμε Πάσχα
Τα παλιά τα χρόνια σε κάποιο χωριό ο παπάς μόλις έμπαινε η Σαρακοστή έβαζε στη τσέπη του 40 κουκιά και κάθε μέρα έτρωγε και ένα μέχρι να τελειώσουν όλα και να αρχίσει η Μεγάλη Βδομάδα και νάρθει το ΠΑΣΧΑ.
Μια μέρα η παπαδιά είδε που ο παπάς έβαλε το χέρι στην τσέπη και πήρε ένα κουκί και το έφαγε και πιστεύοντας ότι του αρέσουν τα κουκιά και τα τρώει,το βράδυ που κοιμήθηκε του έβαλε μερικές χούφτες κουκιά στην τσέπη του.
Πέρασε πολύς καιρός και που να έρθει το Πάσχα.
Μια μέρα του λέει η παπαδια΄.
-Καλά παπά μου φέτος δεν θα κάνουμε Πάσχα;
Και ο παπάς τις λέει.
-Καθώς μολογούν τα κ'κια παπαδιά ούτε του χρόνου θα έχουμε Πάσχα
Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2013
Η πεταλούδα και η ψυχή
|
Μια μέρα ο μαθητής αποφάσισε να προκαλέσει τον
δάσκαλό του. Έτσι σκέφτηκε να του στήσει μια παγίδα. Έπιασε μια πεταλούδα και
την κράτησε στη χούφτα του...
|
Όταν θα πήγαινε στο δάσκαλο θα τον ρώταγε
τι είχε στο χέρι του. Κι αν ο δάσκαλος το έβρισκε, τότε θα τον ρωτούσε εάν η
πεταλούδα ήταν ζωντανή ή νεκρή. Στην περίπτωση που απαντούσε ότι η πεταλούδα
ήταν ζωντανή, τότε θα έσφιγγε το χέρι του και θα τη σκότωνε και το αντίστροφο.
Όταν είχαν μάθημα λοιπόν, πλησίασε τον
δάσκαλο, μπροστά σε όλους τους υπόλοιπους μαθητές, έτεινε το χέρι προς το μέρος
του και τον ρώτησε:
"Δάσκαλε, τι έχω στο χέρι μου;"
"Την ψυχή σου έχεις παιδί μου", απάντησε ατάραχος ο δάσκαλος.
"Δάσκαλε, τι έχω στο χέρι μου;"
"Την ψυχή σου έχεις παιδί μου", απάντησε ατάραχος ο δάσκαλος.
Ο μαθητής προβληματίστηκε για λίγο
σκεπτόμενος την απάντηση. Κατέληξε ότι ο δάσκαλος είχε δίκιο. Η πεταλούδα ήταν
μια ψυχή που θα μπορούσε να είναι και δική του. Ωστόσο, συνέχισε: "Και
είναι ζωντανή η ψυχή μου δάσκαλε ή όχι;"
Ο δάσκαλος τον κοίταξε με καλοσύνη στα
μάτια και του είπε χαμογελαστά "από το χέρι σου εξαρτάται"
Πολλά μπορεί να συμβαίνουν έξω, στον
κόσμο μας. Τίποτα απ’ όλα αυτά όμως δεν μπορεί να επηρεάσει την ψυχή μας παρά
μόνο εάν το επιτρέψουμε οι ίδιοι
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Μας το έστειλε ο ΜΙΜΗΣ
Άνθρωπος
|
Με την πρώτη ματιά έβλεπε κανείς απλώς μια γριούλα.
Έσερνε τα βήματά της στο χιόνι, μόνη, παρατημένη, με σκυμμένο κεφάλι.
|
Όσοι περνούσαν από το πεζοδρόμιο της πόλης
αποτραβούσαν το βλέμμα τους, για να μη… θυμηθούν ότι τα βάσανα και οι πόνοι δε
σταματούν όταν γιορτάζουμε Χριστούγεννα. Ένα νέο ζευγάρι μιλούσε και γελούσε με
τα χέρια γεμάτα από ψώνια και δώρα και δεν πρόσεξαν τη γριούλα. Μια μητέρα με
δυο παιδιά βιάζονταν να πάνε στο σπίτι της γιαγιάς. Δεν έδωσαν προσοχή. Ένας
παπάς είχε το νου του σε ουράνια θέματα και δεν την πρόσεξε. Αν πρόσεχαν όλοι
αυτοί, θα έβλεπαν ότι η γριά δε φορούσε παπούτσια. Περπατούσε ξυπόλητη στον
πάγο και το χιόνι. Με τα δυο της χέρια η γριούλα μάζεψε το χωρίς κουμπιά παλτό
της στο λαιμό. Φορούσε ένα χρωματιστό φουλάρι στο κεφάλι· σταμάτησε στη στάση
σκυφτή και περίμενε το λεωφορείο. Ένας κύριος που κρατούσε μια σοβαρή τσάντα
περίμενε κι αυτός στη στάση, αλλά κρατούσε μια απόσταση. Μια κοπέλα περίμενε κι
αυτή, κοίταξε πολλές φορές τα πόδια της γριούλας, δε μίλησε.
Ήρθε το λεωφορείο και η γριούλα ανέβηκε
αργά και με δυσκολία. Κάθισε στο πλαϊνό κάθισμα, αμέσως πίσω από τον
οδηγό. Ο κύριος και η κοπέλα πήγαν βιαστικά προς τα πίσω καθίσματα. Ο
άντρας που καθόταν δίπλα στη γριούλα στριφογύριζε στο κάθισμα κι έπαιζε με τα
δάχτυλά του. «Γεροντική άνοια», σκέφτηκε. Ο οδηγός είδε τα γυμνά πόδια και
σκέφτηκε: «Αυτή η γειτονιά βυθίζεται όλο και πιο πολύ στη φτώχεια. Καλύτερα να
με βάλουν στην άλλη γραμμή, της λεωφόρου». Ένα αγοράκι έδειξε τη γριά.
«Κοίταξε, μαμά, αυτή η γριούλα είναι ξυπόλυτη». Η μαμά ταράχτηκε και του
χτύπησε το χέρι. «Μη δείχνεις τους ανθρώπους, Αντρέα! Δεν είναι ευγενικό να
δείχνεις». «Αυτή θα έχει μεγάλα παιδιά», είπε μια κυρία που φορούσε γούνα. «Τα
παιδιά της πρέπει να ντρέπονται». Αισθάνθηκε ανώτερη, αφού αυτή φρόντισε
τη μητέρα της. Μια δασκάλα στη μέση του λεωφορείου στερέωσε τα δώρα που
είχε στα πόδια της. «Δεν πληρώνουμε αρκετούς φόρους, για να αντιμετωπίζονται
καταστάσεις σαν αυτές;» είπε σε μια φίλη της που ήταν δίπλα της. «Φταίνε οι
δεξιοί», απάντησε η φίλη της. «Παίρνουν από τους φτωχούς και δίνουν στους
πλούσιους». «Όχι, φταίνε οι άλλοι», μπήκε στη συζήτηση ένας ασπρομάλλης. «Με τα
προγράμματα πρόνοιας κάνουν τους πολίτες τεμπέληδες και φτωχούς». «Οι άνθρωποι
πρέπει να μάθουν ν’ αποταμιεύουν», είπε ένας άλλος που έμοιαζε μορφωμένος. «Αν
αυτή η γριά αποταμίευε όταν ήταν νέα, δε θα υπέφερε σήμερα». Και όλοι αυτοί
ήταν ικανοποιημένοι για την οξύνοιά τους που έβγαλε τέτοια βαθιά ανάλυση.
Αλλ’ ένας έμπορος αισθάνθηκε προσβολή από
τις εξ αποστάσεως μουρμούρες των συμπολιτών του. Έβγαλε το πορτοφόλι του και
τράβηξε ένα εικοσάρι. Περπάτησε στο διάδρομο και το έβαλε στο τρεμάμενο χέρι
της γριούλας. «Πάρε, κυρία, ν’ αγοράσεις παπούτσια». Η γριούλα τον ευχαρίστησε
κι εκείνος γύρισε στη θέση του ευχαριστημένος, που ήταν άνθρωπος της
δράσης. Μια καλοντυμένη κυρία τα πρόσεξε όλα αυτά και άρχισε να
προσεύχεται από μέσα της. «Κύριε, δεν έχω χρήματα. Αλλά μπορώ ν’ απευθυνθώ σε
σένα. Εσύ έχεις μια λύση για όλα. Όπως κάποτε έριξες το μάννα εξ ουρανού, και
τώρα μπορείς να δώσεις ό,τι χρειάζεται η κυρούλα αυτή για τα Χριστούγεννα».
Στην επόμενη στάση ένα παλικάρι μπήκε στο
λεωφορείο. Φορούσε ένα χοντρό μπουφάν, είχε ένα καφέ φουλάρι και ένα μάλλινο
καπέλο που κάλυπτε και τα αυτιά του. Ένα καλώδιο συνέδεε το αυτί του με μια
συσκευή μουσικής. Ο νέος κουνούσε το σώμα του με τη μουσική που άκουε. Πήγε και
κάθισε απέναντι στη γριούλα. Όταν είδε τα ξυπόλυτα πόδια της, το κούνημα
σταμάτησε. Πάγωσε. Τα μάτια του πήγαν από τα πόδια της γιαγιάς στα δικά του.
Φορούσε ακριβά ολοκαίνουρια παπούτσια. Μάζευε λεφτά αρκετό καιρό για να τα
αγοράσει και να κάνει εντύπωση στην παρέα. Το παλικάρι έσκυψε και άρχισε να
λύνει τα παπούτσια του. Έβγαλε τα εντυπωσιακά παπούτσια και τις κάλτσες.
Γονάτισε μπροστά στη γριούλα. «Γιαγιά, βλέπω ότι δεν έχεις παπούτσια. Εγώ έχω
κι άλλα». Προσεκτικά κι απαλά σήκωσε τα παγωμένα πόδια και της φόρεσε πρώτα τις
κάλτσες κι ύστερα τα παπούτσια του. Η γριούλα τον ευχαρίστησε συγκινημένη.
Τότε το λεωφορείο έκανε πάλι στάση. Ο νέος
κατέβηκε και προχώρησε ξυπόλυτος στο χιόνι. Οι επιβάτες μαζεύτηκαν στα παράθυρα
και τον έβλεπαν καθώς βάδιζε προς το σπίτι του. «Ποιος είναι;», ρώτησε ένας.
«Πρέπει να είναι άγιος», είπε κάποιος. «Πρέπει να είναι άγγελος», είπε ένας
άλλος. «Κοίτα! Έχει φωτοστέφανο στο κεφάλι!» φώναξε κάποιος. «Είναι ο Χριστός!»
είπε η ευσεβής κυρία. Αλλά το αγοράκι, που είχε δείξει με το δάχτυλο τη γιαγιά,
είπε: «Όχι, μαμά τον είδα πολύ καλά. Ήταν ΑΝΘΡΩΠΟΣ…».
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Μας το έστειλε ο ΜΙΜΗΣ
Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2013
Η Αγάπη και ο Χρόνος
Μια μέρα, ακούστηκε πως το μικρό νησί θα βούλιαζε. Όλα τα συναισθήματα έφτιαξαν βάρκες και άρχισαν να φεύγουν. Όλα, εκτός από την αγάπη, που θέλησε να αντέξει μέχρι την ύστατη στιγμή.
Όταν το νησί άρχισε σιγά σιγά να βυθίζεται, η αγάπη αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια.
Καθώς είδε τον Πλούτο να περνάει με το πολυτελές σκάφος του φώναξε : « Πλούτε, μπορείς σε παρακαλώ να με πάρεις κι εμένα στο σκάφος σου;»
«Όχι, δεν μπορώ» απάντησε ο Πλούτος. «Μέσα στο σκάφος μου έχω πολύ χρυσό και πανάκριβα πράγματα και δυστυχώς, δεν υπάρχει χώρος για σένα».
Η Αγάπη στράφηκε προς την Αλαζονεία που περνούσε από εκεί, με το μεγαλοπρεπές σκάφος της.
«Αλαζονεία, βοήθησέ με σε παρακαλώ» την ικέτευσε.
«Λυπάμαι αγάπη, δεν μπορώ να σε βοηθήσω. Είσαι τόσο πολύ βρεγμένη, που θα χαλάσεις το όμορφο σκάφος μου» απάντησε η Αλαζονεία και απομακρύνθηκε.
Λίγο πιο πέρα βρισκόταν η Λύπη. Η Αγάπη απευθύνθηκε σ’αυτήν.
«Λύπη, σε παρακαλώ, μπορείς να με πάρεις μαζί σου;»
«Δεν γίνεται Αγάπη» της είπε η Λύπη. «Είμαι τόσο θλιμμένη, που θέλω να μείνω μόνη μου» και απομακρύνθηκε κι αυτή.
Μετά από λίγη ώρα, πέρασε μπροστά από την Αγάπη, η Ευτυχία, αλλά έτσι όπως ήταν ευτυχισμένη, ούτε που άκουσε τις παρακλήσεις της Αγάπης για βοήθεια.
Ξαφνικά, ακούστηκε μια φωνή «Αγάπη, έλα εδώ, θα σε πάρω εγώ μαζί μου».
Η Αγάπη στράφηκε προς τη φωνή και είδε ένα πολύ ηλικιωμένο κύριο που δεν το γνώριζε, αλλά, από τη χαρά της που θα την έπαιρνε μαζί του, ούτε που σκέφτηκε να τον ρωτήσει, ποιο ήταν το όνομά του.
Όταν έφτασαν στη στεριά, ασφαλείς πλέον, ο ηλικιωμένος κύριος έφυγε τραβώντας το δρόμο του.
Η Αγάπη που ένιωθε βαθιά ευγνωμοσύνη προς τον άνθρωπο αυτό που την έσωσε, ρώτησε τη Γνώση: « Πες μου, Γνώση, ποιος ήταν αυτός ο καλός κύριος που με βοήθησε;»
«Ο Χρόνος» της απάντησε η Γνώση.
«Ο Χρόνος;» επανέλαβε έκπληκτη η Αγάπη. «Μα γιατί με βοήθησε ο Χρόνος;»
Η Γνώση χαμογέλασε και με τη βαθιά σοφία της είπε:
«Γιατί, μόνο ο Χρόνος μπορεί να καταλάβει, πόσο μεγάλη σημασία έχει η Αγάπη».
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Μας το έστειλε ο ΜΙΜΗΣ
Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2013
Ο άνθρωπος που νόμιζε πως ήταν νεκρός
Ήταν μια φορά ένας άνθρωπος που φοβόταν πάρα πολύ τις ασθένειες και, προπαντός, έτρεμε τη μέρα που θα ερχόταν ο θάνατος.
Μια μέρα, μέσα σε τόσες παλαβές ιδέες, σκέφτηκε ότι μπορεί και να ήταν ήδη νεκρός. Τότε, ρώτησε τη γυναίκα του:
«Για πες μου γυναίκα. Μήπως είμαι πεθαμένος;»
Εκείνη γέλασε και του είπε να πιάσει τα χέρια και τα πόδια του.
«Βλέπεις; Είναι ζεστά! Άρα, είσαι ζωντανός. Αν ήσουν πεθαμένος, τα χέρια και τα πόδια σου θα ήταν παγωμένα.
Του φάνηκε πολύ λογική η απάντηση αυτή και ηρέμησε.
Λίγες βδομάδες αργότερα, μια μέρα που χιόνιζε, πήγε να κόψει ξύλα στο δάσος. Όταν έφτασε, έβγαλε τα γάντια του κι άρχισε να κόβει κορμούς με το τσεκούρι του.
Χωρίς να το σκεφτεί, αφηρημένα πέρασε το χέρι του από το μέτωπο και το αισθάνθηκε παγωμένο. Θυμήθηκε τι του είχε πει η γυναίκα του, έβγαλε τα παπούτσια και τις κάλτσες και διαπίστωσε με φρίκη ότι και τα πόδια του ήταν παγωμένα.
Τότε δεν του έμεινε πια καμία αμφιβολία. «Κατάλαβε» ότι ήταν νεκρός.
«Δεν είναι σωστό ένας πεθαμένος να γυρίζει στο δάσος και να κόβει ξύλα» είπε. Έτσι, παράτησε το τσεκούρι κοντά στο μουλάρι του και ξάπλωσε στο παγωμένο χώμα, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος του και τα μάτια του κλειστά.
Λίγο μετά που πλάγιασε, ένα κοπάδι σκυλιά πλησίασε το δισάκι του όπου είχε τρόφιμα. Καθώς κανένας δεν τα εμπόδισε, έφαγαν ό,τι βρήκαν μέσα. Ο άνθρωπος τότε σκέφτηκε: «Τυχερά είναι που είμαι πεθαμένος. Αλλιώς, θα τα άρχιζα στις κλοτσιές και θα τους έδειχνα».
Το κοπάδι συνέχισε να οσμίζεται τον αέρα και ανακάλυψε ένα μουλάρι δεμένο σ' ένα δέντρο. Εύκολη λεία για τα κοφτερά δόντια των άγριων σκυλιών. Το μουλάρι γκάριζε και κλοτσούσε και ο άνθρωπος σκεφτόταν πόσο θα ήθελε να το υπερασπιστεί αν δεν ήταν πεθαμένος.
Σε λίγα λεπτά τα σκυλιά είχαν ξεπαστρέψει το μουλάρι και μόνο λίγα είχαν μείνει να ροκανίζουν τα κόκαλα.
Το άγριο κοπάδι, αχόρταγο, συνέχισε να τριγυρίζει εκεί γύρω.
Δεν πέρασε πολλή ώρα ώσπου ένα σκυλί αντιλήφθηκε τη μυρωδιά του ανθρώπου. Κοίταξε και βρήκε τον ξυλοκόπο πλαγιασμένο ακίνητο στο έδαφος. Πλησίασε αργά, πολύ αργά, γιατί για το σκυλί οι άνθρωποι ήταν επικίνδυνα και ύπουλα πλάσματα.
Σε λίγα λεπτά, όλα τα σκυλιά είχαν κυκλώσει τον άνθρωπο με τα σάλια τους να τρέχουν.
«Τώρα θα με φάνε» σκέφτηκε ο άντρας. «Αν δεν ήμουν πεθαμένος, θα έβλεπαν.»
Τα σκυλιά πλησίασαν......και βλέποντας τον ακίνητο, τον έφαγαν.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Μας το έστειλε ο ΜΙΜΗΣ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)








