Δευτέρα, 28 Φεβρουαρίου 2011

Η νύχτα

Στην κορυφή της νύχτας θα σε δω.
Θα λάμψης και θα οραματιστής.
Τειρεσίας των βαθιών πληγών μας.

Τ΄ όνομα σου ήχος από σάλπιγγες.
Τ’ όνομά σου ένα μακρύ κοπάδι γλάροι
Άκουσε, εδώ θα δης τις μέρες μας
Παραδομένες στο κύμα και στ’ αγριόχορτο.

Δ. Ποταμίτης



Κυριακή, 27 Φεβρουαρίου 2011

Κλειδιά


 Κλειδιά στις πόρτες
κλειδιά στα συρτάρια,
κλειδιά στις βαλίτσες,
κλειδιά στις ντουλάπες,
κλειδιά για κώδικες
ή ζώνες παρθενίας,
παντού κλειδιά!
Και λείπει μια ταμπέλα:
«Ζώα,
προσοχή! Οι άνθρωποι
είναι κλέφτες».


Γιάννης Μουτάφης

Παρασκευή, 25 Φεβρουαρίου 2011

Το φίλημα

Μια βοσκοπούλα αγάπησα, μια ζηλεμένη κόρη,
και την αγάπησα πολύ, -
ήμουν αλάλητο πουλί,
δέκα χρονών αγόρι.-



Μια μέρα που καθόμαστε στα χόρτα τ' ανθισμένα,
- Μάρω, ένα λόγο θα σου πω,
Μάρω, της είπα, σε αγαπώ,
τρελλαίνομαι για σένα.-

Από τη μέση με άρπαξε, με φίλησε στο στόμα
και μούπε: -για αναστεναγμούς,
για της αγάπης τους καϋμούς
είσαι μικρός ακόμα.-


Μεγάλωσα και την ζητώ... μ' άλλον ζητά η καρδιά της
και με ξεχνάει τ' ορφανό...
εγώ όμως δε λησμονώ
ποτέ το φίλημά της.

Γεώργιος Ζαλοκώστας (1805-1858)

Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

Σκλαβιά

Βλέπω στ' αντικρινό μου παραθύρι
όσες φορές το μάτι μου στραφεί
μια γλάστρα στο πλατύ του ακουμπιστήρι
κι ένα κλουβί ψηλά στην κορυφή.



Στη γλάστρα ανθοβολούν χιονάτοι κρίνοι
κι αργοσαλεύουν φύλλα σπαθωτά
και στο κλουβί κλεισμένο καναρίνι
γλυκολαλεί κι ανήσυχο πετά.


Βλέπω το καναρίνι και τους κρίνους
κι άθελα νιώθω λύπη στην καρδιά.
Παίρνω τα κελαδήματα για θρήνους,
παίρνω για στεναγμούς την ευωδιά.


 Φαντάζομαι στους κήπους τ΄άνθη τ' άλλα
ελεύθερα ν΄ ανθίζουν, να μαδούν,
τα' άλλα πουλιά στα δένδρα τα μεγάλα
ασκλάβωτα, τρελά να κελαδούν.


Φαντάζομαι και θλίβομαι κι ακόμα
νοιώθω, πως ειν` απάνθρωπη σκλαβιά
για τ' άνθη οι γλάστρες με το λίγο χώμα,
για τα πουλιά τα ολόκλειστα κλουβιά.

Ιωάννης Πολέμης

Τετάρτη, 23 Φεβρουαρίου 2011

Ιστορία γραμμένη με αγώνες και αίμα


Εξήντα οχτώ χρόνια πέρασαν από τότε που, σαν σήμερα, στις 23 Φλεβάρη 1943, σε ένα μικρό σπίτι, στην οδό Δουκίσσης Πλακεντίας 3 στους Αμπελόκηπους, ιδρύθηκε η Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νέων, η θρυλική ΕΠΟΝ, η μεγαλύτερη νεολαιίστικη οργάνωση της χώρας, που έφτασε να έχει 630.000 μέλη. Οι αγώνες της αποτέλεσαν, αποτελούν και θα αποτελούν μια τεράστια παρακαταθήκη για τη νεολαία .............(*)



Το ιδρυτικό κείμενο της ΕΠΟΝ

1. Σήμερα 23 Φλεβάρη 1943 συνήλθε στην Αθήνα Πανελλαδική Σύσκεψη στην οποία πήρανμέρος:
α) Οι αντιπροσωπείες εθνικών οργανώσεων Νέων: “Αγροτικής Νεολαίας Ελλάδος”, “Ενιαίας Εθνικοαπελευθερωτικής Εργατοϋπαλληλικής Νεολαίας”, “Ενιαίας Μαθητικής Νεολαίας”, “Ένωσης Νέων Αγωνιστών Ρούμελης”, “Θεσσαλικού Ιερού Λόχου”, “Λαϊκής Επαναστατικής Νεολαίας”, “Λεύτερης Νέας”, “Ομοσπονδίας Κομμουνιστικών Νεολαιών Ελλάδος”, “Σοσιαλιστικής Επαναστατικής Πρωτοπορίας Ελλάδος”,“Φιλικής Εταιρείας Νέων”.
 β) Αντιπροσωπεία του ΕΑΜΝ Μακεδονίας, Πελοποννήσου και τα μέλη της ΚΕ του ΕΑΜΝ.
γ) Αντιπροσωπεία του Εθνικού Συμβουλίου των φίλων της νέας γενιάς.
2. Η σύσκεψη συνήλθε με την πρωτοβουλία της ΚΕ του ΕΑΜΝ και με σκοπό ίδρυσης Ενιαίας Πανελλαδικής οργάνωσης της νέας γενιάς. Η σύσκεψη ομόφωνα απεφάσισε την ίδρυση της ενιαίας οργάνωσης με τον τίτλο Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νέων (ΕΠΟΝ)καιμεέδρατηνΑθήνα.
3. Η ίδρυση της ΕΠΟΝ πραγματοποιείται με την διάλυση και συγχώνευση όλων των οργανώσεων που υπογράφουν αυτό το ιδρυτικό. Με την υπογραφή αυτού του ιδρυτικού, όλες οι παραπάνω οργανώσεις παύουν να υφίστανται και αυτόματα οι δυνάμεις, τα τεχνικά, οικονομικά κλπ. μέσα περνούν στην ΕΠΟΝ. Αυτός ο όρος αφορά και την ΚΕ του ΕΑΜΝ και τις ιδιαίτερες δυνάμεις του που είναι συγκροτημένες σε ομάδες του.
4. Η Πανελλαδική σύσκεψη απεφάσισε ομόφωνα την εκλογή προσωρινού Κεντρικού Συμβουλίου και του έδωσε την εντολή να διευθύνει την ΕΠΟΝ ώσπου να συνέλθει Πανελλαδική Συνδιάσκεψη ή Συνέδριο της ΕΠΟΝ που θα εκλέξει το νόμιμο συμβούλιο. Ως την σύγκληση συνδιάσκεψης ή συνεδρίου το προσωρινό Κεντρικό Συμβούλιο θα διευθύνει την ΕΠΟΝ.
5. Η Πανελλαδική σύσκεψη εκλέγει 3μελή επιτροπή επεξεργασίας καταστατικού της ΕΠΟΝ. Το καταστατικό αμέσως μετά την έγκριση του απ’ το Προεδρείο του Προσωρινού Κεντρικού Συμβουλίου μπαίνει σε εφαρμογή. Η τελική έγκριση του καταστατικού θα γίνει από την πρώτη Πανελλαδική Συνδιάσκεψη ή Συνέδριο της ΕΠΟΝ.
6. Οι βασικοί σκοποί που πρέπει να περιέχονται στο καταστατικό της ΕΠΟΝ είναι:
α) Η εθνική απελευθέρωση με βάση την ακεραιότητα της Ελλάδας.
β) Η εξόντωση του φασισμού τώρα και στο μέλλον, και με οποιανδήποτε μορφή και αν παρουσιαστεί. αποκατάσταση της λαϊκής κυριαρχίας έτσι που όλες οι εξουσίες να απορρέουν από την κυρίαρχη θέληση του λαού και της νέας γενιάς.
γ) Η καταπολέμηση των ιμπεριαλιστικών πολέμων και η υπεράσπιση της ειρήνης με βάση την αρχή της αυτοδιάθεσης των λαών και της αδερφικής συνεργασίας όλων των λαών και των νεολαιών και ειδικά της Βαλκανικής.
δ) Η υπεράσπιση των οικονομικών, πολιτικών, εκπολιτιστικών και μορφωτικών δικαιωμάτων και επιδιώξεων της νέας γενιάς. Γενικά πρέπει να καθορίζεται στο καταστατικό ότι η ΕΠΟΝ είναι οργάνωση εθνικοαπελευθερωτική, αντιφασιστική-προοδευτική, αντιπολεμική-φιλειρηνική.
ε) Αποφασίζεται η έκδοση δημοσιογραφικού κεντρικού οργάνου με τίτλο “Νέα Γενιά”.
στ) Η Πανελλαδική σύσκεψη αποφασίζει και αναθέτει στο Προσωρινό Κεντρικό Συμβούλιο της ΕΠΟΝ να κάνει διαπραγματεύσεις με κάθε εθνική οργάνωση νέων που δεν θάχει προσχωρήσει στην ΕΠΟΝ με σκοπό να προσχωρήσει. Βάση για διαπραγματεύσεις και για προσχώρηση στην ΕΠΟΝ, είναι οι αρχές που περιέχει το καταστατικό της.
ζ) Η Πανελλαδική σύσκεψη αποφασίζει την προσχώρηση της ΕΠΟΝ στο ΕΑΜ σαν εκπρόσωπο της νέας γενιάς, με συμμετοχή αντιπροσώπου της στην ΚΕ του ΕΑΜ. Αθήναι 23 Φλεβάρη 1943 Ακολουθούν οι υπογραφές των αντιπροσώπων


Απάνω στα ψηλά βουνά
αντάρτες ΕΠΟΝίτες
παλεύουν για την λευτεριά, Ελλάδα μας
χτυπώντας τους φασίστες.
Ω Ελλάδα μας γλυκειά, πόσο σ’ αγαπώ πιστά.

Της νηας γενιάς είμαστε μεις
το πιο κρυφό καμάρι
π’ ανοίξαμε το δρόμο μας, Ελλάδα μας
στις εικοσιτρείς Φλεβάρη.
Ω Ελλάδα μας γλυκειά, πόσο σ΄ αγαπώ πιστά.

Χέρι με χέρι στη φωτιά
όλοι μας ενωμένοι
κάτω ο φασισμός παιδιά, Ελλάδα μας,
η νίκη μας προσμένει.
Ω Ελλάδα μας γλυκειά, πόσο σ’ αγαπώ πιστά.

Πρωτοπορία του λαού
για μια ζωή καινούργια
δίχως πολέμους και σφαγές, Ελλάδα μας,
ειρήνη και τραγούδια.
Αχ Ελλάδα μας γλυκειά, Δημοκρατία λαϊκιά.



(*)http://www1.rizospastis.gr/page.do?publDate=24/2/2008&id=9362&pageNo=9&direction=1







Τρίτη, 22 Φεβρουαρίου 2011

Τώρα



 Κι όμως, Δημήτρη, ξανά πίσω δεν πρέπει να γυρίσουμε
Χρέος μας είναι πια να μη γυρίσουμε.

Ας ξανατραγουδήσουμε πάλι εκείνο το τραγούδι που λέγαμε στην αρχή
Ας ξανασκεφτούμε τα ίδια πράγματα όπως όταν ξεκινήσαμε
Γιατί όλα, ξέρεις, πως τελειώνουνε και μόνο ένα δεν τελειώνει
Γιατί κι η ίδια η ζωή, Δημήτρη, είναι κι αυτή όμορφη
Όσο κι αν έζησε κανείς μέρες πολύ κακές
Όσο κι αν είν' μοιραίο να τις ζήσει ή κι αν τις ζει ακόμα.

Τώρα που φτάσαμεν εδώ δεν πρέπει να ξαναγυρίσουμε,
Πιο καλά να σταθούμε εδώ, μα όχι πάλι πίσω.

Μανόλης Αναγνωστάκης  (1945)

Δευτέρα, 21 Φεβρουαρίου 2011

Εύφλεκτη απόσταση

Ασυγχώρητη απροσεξία
 να μου στείλεις επί χάρτου εφημερίδας
ολοσέλιδη τή φωτογραφία σου
με αναμμένο το τσιγάρο της.
Αv έπιανε φωτιά η παραλαβή;
Ποιά πυροσβεστική
ψυχραιμία εις μάτην θα καλούσα
σε ποιο διανυκτερεύον έγκαυμα
θά έτρεχα ανήμπορο εγώ χαρτί καμένο
σε ποιάν εξαντλημένη θεραπεία
σε ποιάν αποζημίωση μετά.
Ασφάλεια αναθρώσκοντος καπνού
δέν έχω κάνει.

Κική Δημουλά

Κυριακή, 20 Φεβρουαρίου 2011

ΣΥΜΠΛΗΓΑΔΕΣ ΣΥΓΚΡΙΣΕΙΣ

Περιμένω. Σε φουαγιέ θεάτρου.
'Ώσπου v' αρχίσει η παράσταση
βλέπω τι παίζεται πλαγίως
εντός ενυδρείου που διασκεδάζει
την αναμονή.
Τετράγωνο περίπου σάν κουτί
παπουτσιών στο νούμερο της υπερβολής. Σε γωνία σφηνωμένο για να γεύονται
διπλή ασφυξία οι τοίχοι.
Μικρά ψαράκια όσο το χρυσαφί του ήλιου
επάνω σε χρυσόμυγας ξεριζωμένο βόμβο
τρέχουν πανικόβλητα. Σκυλόψαρο τζάμι τά κυνηγά.
Νάνος βυθός. Τον γαργαλάει εύκολα
με τα κοντά της δαχτυλάκια η επιφάνεια.
 Συνθλίβεται η πλεύση συχνά
στις συμπληγάδες πέτρες-χαλίκι
εύρημα στεριανό.
Κάθε τόσο αγωγός κρυμμένος στέλνει
βίαιο αέρα φουρτουνιάζει κάπως η ανία
φύκια ξεμαλλιάζονται με πλαστικόν
ολοφυρμό. Για λίγο
καταποντίζεται η ορατότης. 'Ώσπου
μισοπνιγμένη την τραβάνε κατά πάνω
κάτι φυσαλίδες οξυγόνου μικρές
σαν καρφίτσας κεφαλάκι που βγαίνουν
από των ματιών μου τη λιγοστή φιάλη.


 Τι λυπάσαι, χρυσόψαρα είναι
ούτε που γνώρισαν θάλασσα ποτέ τους.
Και μείς πόσο τάχα γνωρίσαμε;
Κι όμως το νοσταλγούμε αυτό το διόλου


Σάββατο, 19 Φεβρουαρίου 2011

Ησυχία παρακαλώ, η Βουλή συνεδριάζει

Από την εφημερίδα "ΤΑ ΝΕΑ" 19/2/2011

Η Κυρά μου η τρέλα...

Πώς ήταν έτσι, πώς μου εφάνη ως είχεν έμβει
κειο το βαπόρι μες στο λιμάνι με όκια τεφρά,
όπως το τύλιξε στ' αχνά μετάξια της σιγά η ρέμβη
ως το ρυμούλκησε μειλίχιο η νύστα μου εκεί αλαφρά.
Ήρθε και στάθηκε μπερδικλωμένο σ' αχνή τολύπη
κ' ήταν σαν κάτι, κάτι ανείπωτο νάχε να πει,
κι ύστερα, παίρνοντας, σκυφτή επιβάτισσά του τη λύπη
ως ήρθε θάφευγε, με κυβερνήτη του τη σιωπή.
Κι η νύχτα έφτασε. Αχ, το βαπόρι μες στην ασβόλη,
τι τρέλα θάκανε ανεπανόρθωτη και μαγική;
Μη θα κεραύνωνε με μια του λέξη την έρμη πόλη
μη θα ξεμπάρκαρε τη φρίκη αμίλητη οτο μώλο εκεί;
Ή μη — βαρκάκια του — μ' άσπρες κορδέλες σταυροδεμένα
φέρετρα θάστελνε όξω —σαν κύματα και σαν αφροί—
όπου θα κείτονταν της γης τα νήπια μαχαιρωμένα
ή όπου όλοι όσοι αγαπήθηκαν, θάσαν vεκροί;
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Τίποτα, τίποτα... Μα πώς έτσ' ήταν, πώς μου εφάνη
αυτό το πλοίο; Στάθηκε αμίλητο μ' όψη φριχτή,
κι έφυγε, ως τόφερε η Κυρά μου η τρέλα μες στο λιμάνι,
αυτή που παίρνοντας με από το χέρι με περπατεί...

Γιάννης Σκαρίμπας
Ιανουάριος 1952

Τετάρτη, 16 Φεβρουαρίου 2011

"Η ΜΑΝΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ"

Πως οι δρόμοι εβωδάνε με βάγια στρωμένοι,
Ηλιοπάτητοι δρόμοι και γύρω μπαξέδες !
Η χαρά της γιορτής όλο πιότερο αξαίνει
Και μακριάθε βογγάει και μακριάθε ανεβαίνει.

Της οργής και του μίσους τη θρέψαν οι αέρες
Τη χαρά της λαοθάλασσας τούτης που βόγγει.
Πόσες νύχτες λεφκές, πόσες μάβρες ημερες
Οι κρυφές, οι μουγγές τήνε θρέψαν φοβέρες.

Α ! πως είχα σα μάνα κι΄ εγώ λαχταρήσει
(ήταν όνειρο κ΄ έμεινεν, άχνα και πάει)
σαν και τα΄ άλλα σου αδέρφια να σ΄ είχα γεννήσει
κι από δόξες αλάργα κι αλάργα από μίση !

ένα κόκκινο σπίτι σ αβλή με πηγάδι
και μια δράνα γιομάτη τσαμπιά κεχριμπάρι
&νοικοκύρης καλός να γυρνάς κάθε βράδι,
το χρυσό, σιγαλό και γλυκό σαν το λάδι.
Πως αδύναμη στάθηκε τόσο η καρδιά σου

Στα λαμπρά Γεροσόλυμα Καίσαρας να ΄μπεις !
Αν τα πλήθη αλαλάζανε ξώφρενα (αλιά σου !)
Δεν ήξεραν ακόμα ούτε ποιο το όνομά σου !
Κει στο πλάγι δαγκάναν οι οχτροί σου τα χείλη
&Δολερά ξεσηκώσανε τα άγνωμα πλήθη

Κι όσο ο γήλιος να πέσει και νάρθει το δείλι,
Το σταβρό σου καρφώσαν κι οχτροί σου και φίλοι.
Μα γιατί να σταθείς να σε πιάσουν ! Κι ακόμα,
Σα ρωτήσανε: «Ποιος ο Χριστός» τι είπες «Να με!».
Αχ ! δεν ξέρει τι λέει το πικρό μου το στόμα !
Τριάντα χρόνια παιδί μου δε σέμαθα ακόμα !


ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ
("ΤΟ ΦΩΣ που ΚΑΙΕΙ" 1922)

Τρίτη, 15 Φεβρουαρίου 2011

Οχτώβρης

 

Αφού μας εσκοτώναν με το ζόρι
στα μακελειά τους χρόνια οι μπαζαδόροι
κι αφού μας εσκοτώνανε πιο φίνα
στα χρόνια της ειρήνης με την πείνα•


αφού μας εσκοτώναν έτσι αιώνες
τ' αφεντικά μας οι απατεώνες,
της Λύτρωσης, αδέρφια, η ώρα φτάνει
αρπάχτε από το Χάρο το δρεπάνι!


Τελειώσανε τα ψέματα κι αστεία.
Κάνει νερά και τρίζει η Πολιτεία.
Το σάπιο, το κουρσάρικο καράβι
δεν το σώζουν των φασισμών οι μπράβοι.


Ψηλά κι ορθοί σταθείτε δικαιοκρίτες
όλου του κόσμου οι μάρτυρες κι ακρίτες!
Απ' τα μπουντρούμια και την εξορία
η νέα του κόσμου ξεκινά Ιστορία.


Κώστας Βάρναλης
1935, Αη Στράτης

Δευτέρα, 14 Φεβρουαρίου 2011

Στο γιό μου

 Στὸν κόσμο γιατί σ᾿ ἔφερα; Ἂν μοῦ μοιάσεις
κυνηγημένος θά ῾σαι ὁλοζωὶς
ἢ νύχτα σκοτωμένος (πέμπτος ὄροφος)
θὰ σαλτάρεις στὸ δρόμο «διαλαθῶν»
ἀπ᾿ τὸ παραθυράκι τ᾿ ἀποπάτου,
ἢ μ᾿ ἀλλουνοὺς «εἰς τὸν συνήθη τόπον»



θὰ σὲ καρφώσουν ἄγνωστον μ᾿ ἀγνώστους
μὲ χέρια ἑλληνικὰ ντουφέκια ξένα,
χωρὶς ὄνομα, πῶς καὶ ποῦ. Οἱ προδότες
θ᾿ ἀπαγορεύουν καὶ τὰ κόλλυβά σας


 Ἂν ὅμως δὲ μοῦ μοιάσεις, ἡ ντροπὴ
καταδικιά μου θά ῾ναι, ὄχι δικιά σου.
Καταδότης, τσολιὰς καὶ μπλοκαδόρος,
ὅσο βουλιάζεις στὰ σκατά, ἄλλο τόσο
θὰ βγαίνεις καθαρὸς καὶ τιμημένος.


Κι ἅμα τὴν κάνει ὁ ὀχτρὸς τὴν Προδοσία
καθεστώς, θά ῾σαι πρῶτος : καὶ Θρησκεία
καὶ Νόμος κι Ἱστορία καὶ Λόγος, Κι ὅταν
οἱ κανονιὲς γιορτάζουν τῶν Ἑλλήνων
τὴν Ἀρετή, σὺ θά ῾σαι ὁ Ὑπερέλλην!

(Οι Μοιραίοι: Χειρόγραφο του ποιητή)
Κώστας Βάρναλης (Πύργος Βουλγαρίας 14/2/1884 - Αθήνα 1974)
ποιητής, πεζογράφος καὶ δοκιμιογράφος 

«Η ποίηση του Βάρναλη, γράφει ο Μενέλαος Λουντέμης, δε μύριζε ποτὲ  γάλα. Μύριζε απὸ την ἀρχὴ μπαρούτι.Κατέβηκε δηλαδὴ στὸ στίβο χωρὶς πάρα πολλὰ γυμνάσματα και δοκιμὲς και περιπλανήσεις στους λειμώ νες των ασφόδελων. Μ᾿ άλλα λόγια, χωρὶς αυτὲς τις πεισιθάνατες κραυγὲς που έβγαζαν όλοι οι λυρικοί του καιρού του. Όχι. Η  Ποίηση του Βάρναλη ήταν απὸ την αρχὴ αρσενική, λάσια, μια βολίδα πούπεσε μες στα στεκούμενα νερὰ του μελίπηχτου λυρισμού».

Κυριακή, 13 Φεβρουαρίου 2011

Εξαίσια ταφή

Απρόσιτος ή λίγος πάντα
της πολυκατοικίας ο ήλιος,
ένα λειψό μερτικό
σε χρονικά καλούπια
το χρυσάφι του για τους ενοίκους.
Μα η καρδιά σου
όταν φλέγεται και φέγγεται
απ’ τους ήλιους επτά Γαλαξίων,
η ενισχυμένη δόση ακτίνων
του πέμπτου, έστω, ορόφου
λαβώνει με σκιές την ύπαρξή σου.
Τότε αρνούμενος
το πρόγραμμα και μέτρημα
της χρυσής προσφοράς,
μες στα μπετόν μερώνεσαι.


(Μιας ανάστασης η ένταση
μ’ επιταφίων κεριά δεν αρμονίζεται).
Και στα μεσάνυχτα πλανιέσαι
πιο φωτεινό να αισθανθείς
τ’ αστέρι που πνίγεται
στου Θερμαϊκού το κύμα,
εκεί κοντά στην έξοδο
των υπονόμων της Σαλονίκης

Στέλιος Αθ.Κυριακίδης
(Από το Περιδοδικό «ΠΟΛΥΓΥΡΟΣ τεύχος 30 )


Σάββατο, 12 Φεβρουαρίου 2011

Τι είναι η πατρίδα μας;

Τι είναι η πατρίδα μας; Μην είν' οι κάμποι;
Μην είναι τ' άσπαρτα ψηλά βουνά;
Μην είναι ο ήλιος της, που χρυσολάμπει;
Μην είναι τ' άστρα της τα φωτεινά;

Μην είναι κάθε της ρηχό ακρογιάλι
και κάθε χώρα της με τα χωριά;
κάθε νησάκι της που αχνά προβάλλει,
κάθε της θάλασσα, κάθε στεριά;

Μην είναι τάχατε τα ερειπωμένα
αρχαία μνημεία της χρυσή στολή
που η τέχνη εφόρεσε και το καθένα
μια δόξα αθάνατη αντιλαλεί;

Όλα πατρίδα μας! Κι αυτά κι εκείνα,
και κάτι που 'χουμε μες την καρδιά
και λάμπει αθώρητο σαν ήλιου αχτίνα
και κράζει μέσα μας: Εμπρός παιδιά

Ιωάννης Πολέμης


Όλα τα παραπάνω ήταν κάποτε ,τώρα πατρίδα μου ΠΩΛΕΙΣΑΙ όπως είσαι επιπλωμένη.
Το μόνο που δεν μπορούν να πουλήσουν, αν μπορούσαν θα τα πωλούσαν κι αυτά, τον αέρα σου, τον ήλιο σου κι αυτό που έχουμαι μες την καρδιά μας.

Παρασκευή, 11 Φεβρουαρίου 2011

Ἡ μυγδαλιά

Ἐκoύνησε τὴν ἀνθισμένη μυγδαλιὰ
μὲ τὰ χεράκια της
κι ἐγέμισε ἀπὸ ἄνθη ἡ πλάτη, ἡ ἀγκαλιὰ
καὶ τὰ μαλλάκια της.
Ἄχ! χιονισμένη σὰν τὴν εἶδα τὴν τρελλὴ
γλυκὰ τὴ φίλησα,
τῆς τίναξα τὰ ἄνθη ἀπ᾿ τὴν κεφαλὴ
κι ἔτσι τῆς μίλησα:
-Τρελλὴ νὰ φέρεις στὰ μαλλιά σου τὴ χιονιὰ
τὶ τόσο βιάζεσαι;
Μόνη της θὲ νὰ ῾ρθεῖ ἡ βαρυχειμωνιά,
δὲν τὸ στοχάζεσαι;
Τοῦ κάκου τότε θὰ θυμᾶσαι τὰ παλιὰ
τὰ παιχνιδάκια σου,
κοντὴ γριούλα μὲ τὰ κάτασπρα μαλλιὰ
καὶ τὰ γυαλάκια σου.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΡΟΣΙΝΗΣ

Τετάρτη, 9 Φεβρουαρίου 2011

Η αλήθεια της ποίησης (*)

Στα πεδία της φαντασίας με τα μυτερά αγκάθια τους
ματώνει η αλήθεια
γεμίζουν δάκρυα τα μάτια στο χαρτί
και τη μελάνη
ακόρεστα απομυζούν από την πένα

καθώς εικόνες αυτοκίνητες τσαλακώνονται
στα σιδερωμένα σεντόνια της ασφάλτου
όπου ξυπνά μια γυναίκα που μέσα της
μαλάκωσε το ελατήριο τού έρωτα


στο τίναγμά του παρασύροντας, όπως φυσά ο καιρός
τα μαύρα στίγματα τού μυστικού ιλίγγου ασκητών
πάνω στα απλωμένα ασπρόρουχα

Τώρα, αταξινόμητη καρποφορία γεγονότων
πάνω στο μάρμαρο μια φανερώνεται η εικόνα
του ψωμιού που το θηλάζει το αλεύρι
μια κρύβεται σε δάχτυλα ζυμωμένα με κιμωλίες


Ενώ αυτούς που περπατούν σταθερά
με τα πόδια στα σύννεφα
και το κεφάλι στη γη
τους ακροβολιστές τού ύπνου με το χαραγμένο σώμα
καταδιώκουν όσοι ζουν πίσω απ' το σκοτάδι
στα ρηχά του αδίστακτου λάθους που κανείς δε θυμάται
σε κοιτώνες για δεσμοφύλακες και μπράβους της λήθης

Και πάλι απ' τις σχισμάδες τής πολιτικής οικονομίας
φυτρώνουν αγριεμένα τα ποιήματα
με τις κραυγές τής επανάστασης
κλεμμένες απ' τους θαλάμους
και τα εγχειρίδια των βασανιστών
με τις κραυγές τού έρωτα ξεσηκωμένες από τα τρυφερά
αφτάκια των παιδιών

Ταξιδεύουμε πάνω σε πελώρια γραμματόσημα
που συνδέουν τις εποχές
μουσκεύουν στους ατμούς του νερού στον αέρα
στεγνώνουνε για λίγο πάνω από την έρημο
κι όταν σαπίσουν τα μικρά δοντάκια τους
συντρίβονται στο έδαφος
το γράμμα φτάνει – περνάμε στη νέα εποχή


Όταν μας γράφει κάποτε τις νύχτες
άφωνος παραμιλά
φωνάζει μόνος του μες στο κλειστό του στόμα

Δε μπορεί
μια μέρα μάς φέρνει πιο κοντά: εκεί που είμαστε


 
Γιώργος Χουλιάρας, 1988
 (*) στο Δημήτρη και την Ελένη












 

Τρίτη, 8 Φεβρουαρίου 2011

Αισιοδοξία

Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει
στο μαύρο αδιέξοδο, στην άβυσσο του νου.
Ας υποθέσουμε πως ήρθανε τα δάση
μ' αυτοκρατορικήν εξάρτηση πρωινού
θριάμβου, με πουλιά, με το φως τ' ουρανού,
και με τον ήλιο όπου θα τα διαπεράσει

 Ας υποθέσουμε πως είμαστε κει πέρα,
σε χώρες άγνωστες, της δύσης, του βορρά,
ενώ πετούμε το παλτό μας στον αέρα,
οι ξένοι βλέπουνε περίεργα, σοβαρά.
Για να μας δεχθεί κάποια λαίδη τρυφερά,
έδιωξε τους υπηρέτες της ολημέρα

 Ας υποθέσουμε πως του καπέλου ο γύρος
άξαφνα εφάρδυνε, μα εστένεψαν, κολλούν,
τα παντελόνια μας και, με του πτερνιστήρος
το πρόσταγμα, χιλιάδες άλογα κινούν.
Πηγαίνουμε -- σημαίες στον άνεμο χτυπούν --
ήρωες σταυροφόροι, σωτήρες του Σωτήρος

Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει
από εκατό δρόμους, στα όρια της σιγής,
κι ας τραγουδήσουμε, -- το τραγούδι να μοιάσει
νικητήριο σάλπισμα, ξέσπασμα κραυγής --
τους πυρρούς δαίμονες, στα έγκατα της γης
και, ψηλά, τους ανθρώπους να διασκεδάσει

ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ
(ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΕΖΑ)

Δευτέρα, 7 Φεβρουαρίου 2011

Ω! χαμηλώστε αυτό το φως.


Ω, χαμηλώστε αυτό το φως!
Στη νύχτα τι ωφελάει;
Πέρασε η μέρα. Φτάνει πια.
Ποιος ξέρει ο Ύπνος μου κρυφός
αν κάπου εδώ φυλάη



κι’ αν του ανακόβεται η στιγμή
ναρθή, που τον προσμένω.
Έχω στο στόμα την ψυχή
μου παρατήσαν οι λυγμοί
το στήθος κουρασμένο.

Πάρτε το φως! Είνε καιρός
να μείνω πια μονάχη.
Φτάνει η απάτη μιας ζωής.
Κάθε προσπάθεια ένας εχθρός
για τη στερνή μου μάχη.

Ας παύσουν πλέον οι σπαραγμοί.
Ας μου απομείνει κάτι
για να πλανέψω τη νυχτιά
να σκύψη κάπως πιο θερμή
στο ανήσυχό μου μάτι.

Πάρτε το φως! Είνε η στιγμή!
Τη θέλω όλη δική μου.
Είνε η στιγμή να κοιμηθώ.
Πάρτε το φως! Με τυραννεί...
μου αρνιέται την ψυχή μου...


ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ

Κυριακή, 6 Φεβρουαρίου 2011

Οι ταπεινοί

 
Δεν ακολούθησαν ομάδες,
δε φοβήθηκαν μόνοι
κι’ αυτή η αδιαφορία τους
ανάβλυζε την αρετή.
Υπήρξαν δυνατοί
γιατί δεν έκρυψαν
καμιά αδυναμία τους.
Οι φτασμένοι και διανοούμενοι
είναι μορφές και πρόσωπα,
ενώ αυτοί κρυμμένοι κόσμοι.
Αυτά που λένε δεν εξηγούν,
μα προδίδουν.

Δεν το επεδίωξαν, μα απόμειναν
μπροστά στο πλήθος μόνοι
να τραγουδούν χωρίς φωνές
τους εαυτούς τους.
Κι’ η προβολή τ’ ανθρώπου
έμεινε πια σ’ αυτούς
– τους ταπεινούς-
που τους ωκεανούς αρνούνται
για μια θάλασσα ρηχή.

Στέλιος Αθ.Κυριακίδης
(Από το Περιοδικό «ΠΟΛΥΓΥΡΟΣ» Τεύχος 30ο)