Δευτέρα, 31 Ιανουαρίου 2011

Το σκάκι

 
Έλα να παίξουμε.
Θα σου χαρίσω τη βασίλισσά μου
(Ήταν για μένα μια φορά η αγαπημένη
Τώρα δεν έχω πια αγαπημένη)

Θα σου χαρίσω τους πύργους μου
(Τώρα πια δεν πυροβολώ τους φίλους μου
Έχουν πεθάνει καιρό πριν από μένα)

Κι ο βασιλιάς αυτός δεν ήτανε ποτέ δικός μου
Κι ύστερα τόσους στρατιώτες τι τους θέλω;
(Τραβάνε μπρος, τυφλοί, χωρίς καν όνειρα)

Όλα, και τ' άλογά μου θα σ' τα δώσω
Μονάχα ετούτον τον τρελό μου θα κρατήσω
Που ξέρει μόνο σ' ένα χρώμα να πηγαίνει

Δρασκελώντας τη μια άκρη ως την άλλη
Γελώντας μπρος στις τόσες πανοπλίες σου
Μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά
Αναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις.

Κι αυτή δεν έχει τέλος η παρτίδα.

Μανόλης Αναγνωστάκης

Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2011

ΞΕΛΑΣΠΩΣΤΕ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ

Το μέλλον δε θα ‘ρθει
από μονάχο του, έτσι νέτο-σκέτο,
αν δεν πάρουμε μέτρα κι εμείς.
Από τα βράγχια, κομσομόλε, άρπαξέ το !
Απ' την ουρά του, πιονιέροι, εσείς.
Η κομμούνα
δεν είναι μια βασιλοπούλα του παραμυθιού, που λες,
για να την ονειρεύεσαι
τις νυχτιές.

 Μέτρησε,
καλοσκέψου,σημάδεψε -
και τράβα, βήματα τα βήματα,
έστω και πάνω σε μικροζητήματα.
Δεν είναι μόνον
ο κομμουνισμός
στη γη,
στα κάθιδρα εργοστάσια εκείνα.
Είναι και μες στο σπίτι, στο τραπεζάκι μπρός,
τις σχέσεις,
στη φαμίλια,
στην καθημερινή ρουτίνα.


 Εκείνος κει,
που ολημερίς
τριζοβολάει βλαστήμιες
σαν κάρο κακογρασωμένο,
εκείνος που,
σαν ολολύζει η μπαλαλάικα
χλομιάζει ευθύς,
αυτός
το μπόι του μέλλοντος
δεν το ‘χει φτασμένο.
Πόλεμος
δεν είναι μόνο, όπως θαρρείς εσύ,
να λες ναι ναι, στα μέτωπα
με βολές πολυβόλου.
Της φαμίλιας, του σπιτικού,
η επίθεση,
για μας μικρότερη απειλή
δεν είναι διόλου.


Εκείνος που υποτάχτηκε
στην πίεση της φαμίλιας,
κοιμάται
μες στη μακαριότητα
ρόδων φτιαγμένων με χαρτί, -
αυτός δεν έφτασε το μπόι της προσήλιας,
της δυνατής ζωής εκείνης
που θα ‘ρθει.
Σαν τη φλοκάτα
και το χρόνο επίσης,
ο σκόρος την καθημερινότητας
τον κατατρώει στιγμή-στιγμή.
Το μεινεσμένο ρούχο
των ημερών μας για ν' αερίσεις
ε, κομσομόλε, τίναξέ το εσύ.






ΜΑΓΙΑΚΟΣΦΣΙ

Σάββατο, 29 Ιανουαρίου 2011

Τι νέοι που φτάσαμεν εδώ

Τι νέοι που φτάσαμεν εδώ, στο έρμο νησί, στο χείλος του κόσμου, δώθε απ' τ' όνειρο και κείθε απ' τη γη!
Οταν απομακρύνθηκεν ο τελευταίος μας φίλος,
ήρθαμε αγάλι σέρνοντας την αιώνια πληγή.

 Με μάτι βλέπουμε αδειανό, με βήμα τσακισμένο
τον ίδιο δρόμο παίρνουμε καθένας μοναχός,
νοιώθουμε τ' άρρωστο κορμί, που εβάρυνε, σαν ξένο,
υπόκωφος από μακριά η φωνή μας φτάνει αχός.

 Η ζωή διαβαίνει, πέρα στον ορίζοντα σειρήνα,
μα θάνατο, καθημερνό θάνατο, με χολή
μόνο, για μας η ζωή θα φέρει, όσο αν γελά η αχτίνα
του ήλιου και οι αύρες πνέουνε. Κι είμαστε νέοι, πολύ

νέοι, και μας άφησεν εδώ, μια νύχτα, σ' ένα βράχο,
το πλοίο που τώρα χάνεται στου απείρου την καρδιά,
χάνεται και ρωτιόμαστε τι να 'χουμε, τι να 'χω,
που σβήνουμε όλοι, φευγουμ’ έτσι νέοι, σχεδόν παιδιά!


ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

(ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΕΖΑ)

Παρασκευή, 28 Ιανουαρίου 2011

ΑΡΓΟΣ ΧΟΡΟΣ (*)

Το παρακάτω ποιήμα γράφτηκε από μια έφηβη που πάσχει από καρκίνο και το έστειλε με μήνυμα ένας γιατρός. Παρακαλώ διαβάστε με προσοχή τα παρακάτω:


Αργός χορός

 Έχεις σταματήσει ποτέ να κοιτάξεις τα παιδιά που παίζουν;

Ή να ακούσεις τον ήχο της βροχής που πέφτει στη γη;
Ή να κοιτάξεις την τρελή κούρσα μιας πεταλούδας;
Ή να παρατηρήσεις τον ήλιο που χάνεται μέσα στη νύχτα;
Χαμήλωσε ταχύτητα μη χορεύεις τόσο γρήγορα.














Ο χρόνος είναι λίγος.


 Έχεις σταματήσει ποτέ να κοιτάξεις τα παιδιά που παίζουν;

Ή να ακούσεις τον ήχο της βροχής που πέφτει στη γη;
Ή να κοιτάξεις την τρελή κούρσα μιας πεταλούδας;
Ή να παρατηρήσεις τον ήλιο που χάνεται μέσα στη νύχτα;
Χαμήλωσε ταχύτητα μη χορεύεις τόσο γρήγορα.
 


 Ο χρόνος είναι λίγος.


Η μουσική δε θα διαρκέσει για πάντα.
Είπες ποτέ στο παιδί σου θα το κάνουμε αύριο
χωρίς να προσέξεις μέσα στη βιασύνη σου
την απογοήτευσή του;
Έχεις χάσει ποτέ ένα καλό φίλο σου
μόνο και μόνο γιατί δεν έβρισκες το χρόνο
να του τηλεφωνήσεις;
Καλά θα κάνεις να κόψεις ταχύτητα.
Μη χορεύεις τόσο γρήγορα.

Ο χρόνος είναι λίγος.


Η μουσική δε θα διαρκέσει για πάντα.
Όταν αγχώνεσαι και τρέχεις όλη τη μέρα,
Είναι σαν έχεις ένα δώρο που δεν το άνοιξες ποτέ...
Και που το πέταξες.
Η ζωή δεν είναι μια κούρσα ταχύτητας.
Ζήσε χαλαρά.
Άκου μουσική.
Δες το διπλανό σου



Αναδημοσίευση από ( http://xolomon.blogspot.com/)

(*) http://xolomon.blogspot.com/2011/01/blog-post_25.html#more

Πέμπτη, 27 Ιανουαρίου 2011

Ο νέος χάρτης της Ελλάδας.....

όπως τον παρουσίασε στο Υπουργικό Συμβούλιο ο ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΗΣ πρωθυπουργό μας.

Σαν πέφτει η νύχτα

Έπεσε η νύχτα η βαριά
πλακώσαν τα σκοτάδια
και τη φτωχή μου τη καρδιά
την κάνανε κομμάτια.

 Ο ήλιος κρύφτηκε βαρύς
στα όμορφα του τα παλάτια
και το φεγγάρι το χλωμό
εβγήκε στα σεργιάνια.

Κρυφτούλι με τα σύννεφα
παίζει το φεγγαράκι
γιατί φοβάται μην το βρη
ο ήλιος που φυλάει.

Λίγα αστράκια φαίνονται
στον ουρανό σπαρμένα
γιατί κρυώνουν τα πολλά
να βγούνε στο σεργιάνι.

Κρυώνουν κι αυτά όπως κι εγώ
αυτήν την ώρα μοναχός
τρέμοντας απ’ τη παγωνιά
προσμένοντας εκείνη

Τάκης Λεύκας
5-12-68

Τετάρτη, 26 Ιανουαρίου 2011

Σύννεφο με παντελόνια

Τη σκέψη σας που νείρεται
πάνω στο πλαδαρό μυαλό σας
σάμπως ξιγκόθρεφτος λακές
σ' ένα ντιβάνι λιγδιασμένο,
εγώ θα την τσιγκλάω
επάνω στο ματόβρεχτο κομμάτι της καρδιάς μου.
Φαρμακερός κι αγροίκος πάντα
ως να χορτάσω χλευασμό.

 Εγώ δεν έχω ουδέ μιαν άσπρη τρίχα στην ψυχή μου
κι ουδέ σταγόνα γεροντίστικης ευγένειας.
Με την τραχιά κραυγή μου κεραυνώνοντας τον κόσμο,
ωραίος τραβάω, τραβάω
εικοσιδυό χρονώ λεβέντης.


Εσείς οι αβροί!...
Επάνω στα βιολιά ξαπλώνετε τον έρωτα.
Επάνω στα ταμπούρλα ο άξεστος τον έρωτα ξαπλώνει

 Όμως εσείς,
θα το μπορούσατε ποτέ καθώς εγώ,
τον εαυτό σας να γυρίσετε τα μέσα του όξω,
έτσι που να γενείτε ολάκεροι ένα στόμα;
Ελάτε να σας δασκαλέψω,
εσάς τη μπατιστένια απ' το σαλόνι,
εσάς την άψογο υπάλληλο της κοινωνίας των αγγέλων
κι εσάς που ξεφυλλίζετε ήρεμα-ήρεμα τα χείλη σας
σα μια μαγείρισσα που ξεφυλλίζει τις σελίδες του οδηγού μαγειρικής

Θέλετε
θα 'μαι ακέραιος, όλο κρέας λυσσασμένος
-κι αλλάζοντας απόχρωση σαν ουρανός-
θέλετε-
θα 'μαι η άχραντη ευγένεια
-όχι άντρας πια, μα σύγνεφο με παντελόνια


Βλαδίμηρος Μαγιακοφσκι

Τρίτη, 25 Ιανουαρίου 2011

Θάρρεψα

Γυμνό το χρυσό κλαδί του ύπνου, όταν αράζανε τα πουλιά.

Ανοιχτά τα παράθυρα, όμως, δεν ήρθε η δεκοχτούρα να καθίσει.
Μιλώ μέσα στη σκοτεινιά και ερημιά του Κάτω Κόσμου,
γνωρίζοντας απ' το Ευαγγέλιο την αμεριμνησία των πουλιών.



«Έλα πουλί στον τόπο σου, έλα στην κατοικιά σου», έλεγε
θρηνώντας ο πατέρας μου που 'φυγε, θάβοντας τη χαρά.
Τι βαρειά η μαρμάρινη πλάκα, που χρειάστηκε να σηκώσω,
κατεβαίνοντας τ' αναρίθμητα του πραγματικού σκαλοπάτια.


Στην πλατειά ρούγα, με τα σφαλιχτά σπίτια της δυστυχίας,
καθώς έγειρα για λίγη ανάπαυση, ήρθες και μου πήρες το νου,
πουλί με τη μύτη τη χρυσή, με τα φτερά τα ασημένια,
δίχως τη βαρειά ρόκα του γνεσίματος, που οι γυναίκες κρατούν.


Θάρρεψα πως ήταν λαβωμένα σου τα φτερά και θα σ' έπιανα,
αλλά σε βρύση άγνωστη, εσύ τάντυσες μαργαριτάρια.
Αφημένο στην αλάθευτη τη φροντίδα του Θεού για τα πλάσματα,
πετάς ελεύθερο από κάθε δυνατότητα ανθρωπίνου ενδιαφέροντος.

 Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Δευτέρα, 24 Ιανουαρίου 2011

ΟΛΑ ΤΑ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΩ

Πριν σαράντα χρόνια
είπες
«όλα τα καταλαβαίνω»
τι εννούσες;
«Σαν τώρα ήλπιζα,
σαν σήμερα ονειρευόμουνα,
σαν χθες το σήμερα και το αύριο.
Σαν χθες οι πόρτες ανοιχτές
μπαινόβγαινα.
Σαν σήμερα κλείσαν οι πόρτες
και τώρα
χαμένο το χτες
χαμένο το αύριο»


Νίκος Π. Σταυρόπουλος
(στο φως του λυχναριού)

Κυριακή, 23 Ιανουαρίου 2011

Ελεγείο πάνω στον τάφο ενός μικρού αγωνιστή

Πάνω στο χώμα το δικό σου λέμε τ' ονομά μας.

Πάνω στο χώμα το δικό σου σχεδιάζουμε τους κήπους
και τις πολιτείς μας


Πάνω στο χώμα σου είμαστε. Έχουμε πατρίδα.
'Εχω κρατήaσει μέσα μου τη ντουφεκιά σου.
Γυρίζει μέσα μου ο φαρμακερός ήχος του πολυβόλου.

Θυμάμαι την καρδιά σου που άνοιξε,
κ' έρχονται στο μυαλό μου
κάτι εκατόφυλλα τριαντάφυλλα
που μοιάζουνε
σαν ομιλία του απείρου προς τον άνθρωπο
-έτσι μας μίλησε η καρδιά σου.

Κ' είδαμε πως ο κόσμος είναι μεγαλύτερος,
κ' έγινε μεγαλύτερος για να χωρά η αγάπη.

Tο πρώτο σου παιγνίδι: Εσύ.
Το πρώτο σου αλογάκι: Εσύ.

'Επαιξες τη φωτιά. Έπαιξες το Χριστό.
'Επαιξες τον Αη-Γιώργη και το Διγενή.
'Επαιξες τους δείκτες του ρολογιού που κατεβαίνουνε
απ' τα μεσάνυχτα.


 
'Επαιξες τη φωνή της ελπίδας, εκεί που δεν υπήρχε φωνή.
Η πλατεία ήταν έρημη. Η πατρίδα είχε φύγει.
'Ηταν καιρός! Δε βάσταξε η καρδιά σου περισσότερο
ν' ακούς κάτω απ' τη στέγη σου τ' ανθρώπινα μπουμπουνιτά
της Ευρώπης!
'Αναψες κάτω απ' το σακκάκι σου το πρώτο κλεφτοφάναρο...

Kαρδιά των καρδιών! Σκέφτηκες τον ήλιο, και προχώρησες...
Ανέβηκες στο πεζοδρόμιο κ' έπαιξες τον άνθρωπο!

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ


Σάββατο, 22 Ιανουαρίου 2011

Καλό σου ....ταξίδι Γιώργο

Γιώργο


Κεραυνός εν αιθρία έπεσε χθες βράδυ στην καφετέρια που βρισκόμασταν ο χαμός σου

Τα μάτια ολονών βούρκωσαν και η φωνή που με δυσκολία έβγαινε από όλους μόνο καλά λόγια άκουγες.

Γιώργο θα μας λείψει το χαμόγελο σου, ο καλός σου λόγος, οι ιατρικές σου γνώσεις, οι συζητήσεις «επί παντός επιστητού», η αισιοδοξία σου για όλα. Η τελευταία μας συνάντηση στο γλέντι που έγινε το καλοκαίρι στν «ΑΓΙΑΝΑΡΓΥΡOI» και που ήσουν όλο ζωντάνια  χάριζες  και κέφι σε όλους, θα μου μείνει βαθειά ριζωμένη στη μνήμη μου.

Εμείς εδώ στο χωριό, φίλοι και συγγενείς, οι ασθενείς σου στο Νοσοκομείο που με "κλειστά μάτια" αφήνονταν στα χέρια σου, αλλά και ΟΛΟΙ όσοι σε γνώρισαν, θα σε θυμόμαστε για πάντα.

Ένα αποσπάσμα από τον «ΕΠΙΤAΦΙΟ» του Γιάννη Ρίτσου ας σε συντροφεύσει – "αντί στεφάνου"- στη γενέτειρα σου γη που σε λίγες ώρες θα σε δεχτεί στη αγκαλιά της.
..........................................
Ήσουν καλός κι ήσουν γλυκός
κι είχες τις χάρες όλες,
όλα τα χάδια του αγεριού,
του κήπου όλες τις βιόλες.
………………………………
Νιότη απ' τη νιότη σου έπαιρνα
κι ακόμη αχνογελούσα,
τα γερατειά δεν τρόμαζα,
το θάνατο αψηφούσα.

Και τώρα πού θα κρατηθώ,
πού θα σταθώ, πού θάμπω,
που απόμεινα ξερό δεντρί
σε χιονισμένο κάμπο;

[Πώς θα γυρίσω μοναχή
στο ερμαδιακό καλύβι;
Έπεσε η νύχτα στην αυγή
και το στρατί μού κρύβει.




Και ένα απόσπασμα από τον «ΤΑΦΟ» του ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ
…………………………

Ἄφκιαστο κι ἀστόλιστο
τοῦ Χάρου δὲ σὲ δίνω.
Στάσου μὲ τ᾿ ἀνθόνερο
τὴν ὄψη σου νὰ πλύνω.

Τὸ χρυσὸ τὸ χτένισμα
μὲ τὰ χρυσὰ τὰ χτένια,
πάρτε ἀπ᾿ τὴ μανούλα σας
μαλλάκια μεταξένια.

Μήπως καὶ τοῦ Χάροντα
καθὼς θὰ σὲ κυττάξει,
τοῦ φανεῖς ἀχάϊδευτο
καὶ σὲ παραπετάξει!


Στὸ ταξίδι ποὺ σὲ πάει
ὁ μαῦρος καβαλλάρης,
κύτταξε ἀπ᾿ τὸ χέρι του,
τίποτε νὰ μὴν πάρεις.


Κι ἂν διψάσεις μὴν τὸ πιεῖς
ἀπὸ τὸν κάτου κόσμο
τὸ νερὸ τῆς ἀρνησιᾶς,
φτωχὸ κομμένο δυόσμο!


Μὴν τὸ πιεῖς κι ὁλότελα
κι αἰώνια μᾶς ξεχάσεις...
βάλε τὰ σημάδια σου
τὸ δρόμο νὰ μὴ χάσεις,


κι ὅπως εἶσαι ἀνάλαφρο,
μικρὸ σὰ χελιδόνι,
κι ἄρματα δὲ σοῦ βροντᾶν
παλικαριοῦ στὴ ζώνη,

κύτταξε καὶ γέλασε
τῆς νύχτας τὸ σουλτάνο,
γλίστρησε σιγὰ - κρυφὰ
καὶ πέταξ᾿ ἐδῶ πάνω,

καὶ στὸ σπίτι τ᾿ ἄραχνο
γυρνώντας, ὦ ἀκριβέ μας,
γίνε ἀεροφύσημα
καὶ γλυκοφίλησέ μας!
...................................

ΣΟΣΙΑΛΙΣΤ(ρ)ΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

Τι μαθαίνει κανείς περιμένοντας τη σειρά του- μερικές φορές ίσως και 2 ώρες- στο Π. Ιατρείο της Γαλάτιστας για μια συνταγογράφηση.


----Πως οι ασφαλισμένοι του ΟΓΑ, με τα νέα μέτρα της ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ (τρομάρα) μας Κυβέρνησης, πληρώνουν και αυτοί το «ΤΑΛΗΡΟ», - μέχρι χθες και επί "επαρατου δεξιάς" δεν πληρώνανόταν οι οικονομικοί(sic) μετανάστες, που οι περισσότεροι βγάζουν πολλαπλάσια και μάλιστα «ΜΑΥΡΑ» από τη σύνταξη που παίρνει ο απόμαχος αγρότης δεν πληρώνουν «πεντάρα τσακιστή».

Περιμένοντας τη σειρά της λοιπόν η γιαγιά για μια συνταγογράφηση μας έλεγε πως πρίν από λίγες μέρες πήγε στο Νοσοκομείο στο Πολύγυρο για κάτι εξετάσεις. Είχε κλείσει ραντεβού με τρεις γιατρούς. Μαζί της είχε πάρει μόνο 15 ευρώ για τα εισιτήρια της και να έχει κάτι αν χρειαστεί. Αναγκαστικά έδωσε τα 15 στο Νοσοκομείο – για την ….δωρεάν ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗ της περίθαλψη και πήρε δανεικά από συγχωριανή της για να γυρίσει στη Γαλάτιστα.

-----Και το δεύτερο πως εδώ και λίγο καιρό η Διοίκηση του πρώην ΤΕΒΕ απαγορεύει στους γιατρούς των Δημοσίων να γράφουν πλέον συνταγές στους ασφαλισμένους του πρώην ΤΕΒΕ.

Πρέπει να πηγαίνουν σε γιατρούς συμβεβλημένους με το «ΤΕΒΕ». Και μας έλεγε πως «Πρέπει να πάω τώρα είτε στον Πολύγυρο είτε στη Θέρμη που έχει γιατρούς για να μου γράψουν τη συνταγή. Θα φάω όλη τη μέρα μου.»
Αλήθεια τι ενέργειες έχει κάνει πάνω σαυτό το θέμα το ΕΜΠΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΓΑΛΑΤΙΑΣΤΑΣ?

Κύριε Λομβέρδε, κύριε Πρωθυπουργέ, τέτοια ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΥΓΕΙΑ να τη χαίρεστε. Ευτυχώς που τα ψωμιά σας τελειώνουν γρήγορα.

Και για να λέμε και κανένα καλό. Κάπου -κάπου στέλνουν και δεύτερο γιατρό στη Γαλάτιστα και θερμά συγχαρητήρια στη Μαρία, τη γιατρό, που αν δεν εξετάσει και τον τελευταίο ασθενή ή δεν γράψει και την τελευταία συνταγή που μερικές φορές η ώρα πηγαίνει και 3 δεν φεύγει.

ΜΟΥΓΓΟ

Άφησα τον μουγγό να κοιμηθεί
στο κρεβάτι μου.
Έκλεψα τις παντόφλες του,
τις φόρεσα
και προσευχήθηκα



ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

Παρασκευή, 21 Ιανουαρίου 2011

Ποιητική

- Προδίδετε πάλι την Ποίηση, θα μου πεις,
Την ιερότερη εκδήλωση του Ανθρώπου
Τη χρησιμοποιείτε πάλι ως μέσον, υποζύγιον
Των σκοτεινών επιδιώξεών σας
Εν πλήρη γνώσει της ζημιάς που προκαλείτε
Με το παράδειγμά σας στους νεωτέρους

- Το τι δεν πρόδωσες εσύ να μου πεις
Εσύ κι οι όμοιοί σου, χρόνια και χρόνια,
Ένα προς ένα τα υπάρχοντά σας ξεπουλώντας
Στις διεθνείς αγορές και τα λαϊκά παζάρια
Και μείνατε χωρίς μάτια για να βλέπετε, χωρίς αφτιά
Ν' ακούτε, με σφραγισμένα στόματα και δε μιλάτε.
Για ποια ανθρώπινα ιερά μάς εγκαλείτε;

Ξέρω: κηρύγματα και ρητορείες πάλι, θα πεις.
Ε ναι λοιπόν! Κηρύγματα και ρητορείες.

Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις
Να μην τις παίρνει ο άνεμος.

Μανόλης Αναγνωστάκης
 (Ο στόχος (1970)

Πέμπτη, 20 Ιανουαρίου 2011

Ο στρατός των πεινασμένων προχωρεί

Ο στρατός των πεινασμένων προχωρεί
προχωρεί για να χορτάσει ψωμί
για να χορτάσει κρέας
για να χορτάσει βιβλίο
λεφτεριά για να χορτάσει


 Προχωρεί περνώντας γιοφύρια πιο στενά απ’ την τρίχα

πιο κοφτερά απ’ το σπαθί
προχωρεί σπάζοντας τις σιδερένιες πόρτες γκρεμίζοντας
τα τείχη
προχωρεί με μάτια ματωμένα

 Ο στρατός των πεινασμένων προχωρεί

τα βήματα του βροντή
τα τραγούδια του από φωτιά
στη σημαία με ελπίδα η ελπίδα
των ελπίδων στη σημαία του

 Ο στρατός των πεινασμένων προχωρεί

κουβαλώντας τις πόλεις στις πλάτες του
τις πόλεις με τα στενά σοκάκια τα σκοτεινά σπίτια
τις καπνοδόχες της φάμπρικας
την ατέλειωτη κούραση μετά τη δουλειά κουβαλώντας


 Ο στρατός των πεινασμένων προχωρεί

σέρνοντας από πίσω τα χωριά
κι όσους πέθαναν από στέρηση γης σ’ αυτή την τεράστια γη

Ο στρατός των πεινασμένων προχωρεί

προχωρεί για να χορτάσει τους πεινασμένους με ψωμί
για να χορτάσει τους σκλάβους με λεφτεριά
ο στρατός των πεινασμένων προχωρεί
προχωρεί με πόδια ματωμένα


ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ (9 Αυγούστου 1962)
(Η στρατιά των πεινασμένων προχωρεί)

Τετάρτη, 19 Ιανουαρίου 2011

Ήλιος γλυκύς

Ανοιχτό δοχείο μέλι
ζάχαρη και άλλα συστατικά
δηλητήριο όταν βόσκουν ακόνιτο οι εργάτριες
και στα σκοτεινά αγαπιέται ο ήλιος

 λάμπει κι' όταν δεν είμαστε εδώ εμείς αυτός παντού

ο καθείς μια πτωχή γνώμη
ο ήλιος επί δικαίους και αδίκους
αποχαιρετώντας το πρόσωπο κλαίμε
λέμε όλα θα τα σηκώσει ο άνεμος
μα ο άνεμος κάνει το στήθος σπίτι του

 ανάβει τα καντήλια στα μνήματα

γκρεμίζοντας τα φυσικά είδωλα
με τη βαρειά για τα βαλάντια συντήρηση
οι καθημερινές ανάγκες απαιτούν
δωρεάν κίνηση, θέρμανση, φωτισμό
ελπίδες που παρέχει η έρημος
υπηρετώντας τον ήλιο της δικαιοσύνης

  

γεμάτη αγάπη μελετά

όλες τις μέρες της ζωής
σβησμένα κεριά της μνήμης,
δοξάζοντας το φως
που φέγγει, κι' όταν σβήνει
σωρός φύλλων του φθινόπωρου
χιόνι αγάπης των βημάτων
τακτική εορτή θανάτου


Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης
(30/08/1964)

Τρίτη, 18 Ιανουαρίου 2011

ΕΡΜΗΝΕΙΑ(*)

 
Θρήνοι για δεσμά αόρατα
νοητική αφαίρεση
απελεύθερης σκέψης προστασία,
βηματισμοί επιφυλακτικοί αμφίβολοι
μέσα σε πλήμμυρα διανοημάτων,
αναζητούν,
να πορευτούν,
πέρ’ απ’ τις θύρες
των ενστίκτων και των αισθημάτων
σκληρά δοκιμαζόμενοι
σε ξέφωτο σ’ αγνάντιο.
Μνήμες, προβλέψεις, εμπαιγμοί,
αναμονές,
τη δύσβατη πορεία δικαιώνουν
και δίνουν κάποιαν ερμηνεία
στην τραγωδία. 







Νίκος Π. Σταυρόπουλος
(στο φως του λυχναριού)

(*) Α΄ έπαινος ποίησης 1981 Ελληνικής Εταιρείας Ιατρών Λογοτεχνών

Δευτέρα, 17 Ιανουαρίου 2011

ΚΑΤΕΔΑΦΙΣΜΕΝΑ ΚΑΤΑΦΥΓΙΑ

Και τι να κάνεις πια με τους ανθρώπους;
Τι να κάνεις με το θάνατο;
Τα’ άπλυτα πιάτα βουνό στην κουζίνα.
Τα ποντίκια γλείφουν τα πιάτα.



Οι γάτες τρώνε τα ποντίκια.
Τα σκυλιά τρώνε τις γάτες.
Οι άνθρωποι τρώνε τα σκυλιά και τους ανθρώπους.
Το βράδυ φοράει εικοσιμία προσωπίδες.
Τα περίπτερα κλείνουν.


 Εσύ ανεβαίνεις τη σκάλα, σκάβεις τον τοίχο,
βγάζεις τον καθρέφτη,
φοράς τη μεγάλη περούκα,
κρεμάς στη μύτη σου το σκουλαρίκι,
τραβάς τον κρίκο ψηλά,
κρέμεσαι απ΄ το ίδιο σου το χέρι,
από κάτω περνάει ο κλειδούχος με το κόκκινο φανάρι,
τότε βρίσκεις μια πρόφαση,

παραμερίζεις,
















σκύβεις λίγο και ρίχνεις μες στο καπέλλο του ζητιάνου
τα’ άδεια φυσίγγια και τα δυο τα γεμάτα.



ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

Κυριακή, 16 Ιανουαρίου 2011

Κάλεσμα

Ο Θεός στα χέρια μας
Ο Θεός η καρδιά μας, το μυαλό μας.
Ο Θεός που παντού υπάρχει
στο χώμα, στην πέτρα, στον μπρούντζο, στο μουσαμά,
στο ατσάλι και στο πλαστικό.
Ο συνθέτης της μεγάλης αρμονίας στους αριθμούς και στους
στίχους.


Άνθρωποι εσάς καλώ:

για τα βιβλία, τα δέντρα και τα ψάρια
για του κόκκους σταριού, ρυζιού και τα ηλιόλουστα σοκάκια.
Στων παιδιών τις χούφτες περιμένουν σειρά οι μέρες μας
ήταν κόκκοι οι μέρες μας στων παιδιών τις χούφτες
θα πρασινίσουν στων παιδιών τις χούφτες.

ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ (11.11.1962)
(Η στρατιά των πεινασμένων προχωρεί)

Σάββατο, 15 Ιανουαρίου 2011

Άνθρωποι

Ένα χώρο να σταθούμε ζητήσαμε,
δίχως υποτιθέμενα προνόμια ή ξέχωρη αξία
Ένα αναγκαίον υστέρημα εις όλους περιττόν
(κι η ευαισθησία σε τέτοιες στιγμές τι χρησιμεύει;),

Όπως λ.χ. ο Γιώργος Τάδε φίλος λυρικός ποιητής
ποζάρει επιμελώς και πείσμων
στα πάνω ράφια των επαρχιακών βιβλιοπωλείων

 Όπως στο θερινό κινηματογράφο
που δεν πειράζεται από τη νόηση

των φιλησύχων ημερομισθίων της συνοικίας.

Είμαστε, συνεπώς, πολύ ικανοποιημένοι
πιστεύοντας -οψίμως- ασυζητητί
σε σοφότατα προγονικά αποφθέγματα.

Να πούμε το «ουκ εν τω πολλώ το ευ»
ή «μηδέν άγαν» και τα παρόμοια
Ενδεδυμένοι ευπρεπώς με καινουργή υποδήματα
και γραβάτες ημίμαυρες παρελθούσης νεότητος



Διηγούμαστε, εν κύκλω στενώ,
πώς τη ζωή μας τυράννησε ένας άγονος έρωτας
-πριν τόσα ή τόσα χρόνια- μια απασχόληση κι αυτό,
να μην τον έχεις ακόμα ξεχάσει

Σε μια δεδομένη ηλικία δεν αρνιούμαστε
πως γράψαμε και στίχους - ω νεότης!
μ' ένα χαμόγελο συγκαταβατικό

Ή διαβάσαμε την «Άννα Καρενίνα»
σε μετάφραση αγνώστου
κι άλλες μηδαμινότατες κοινοτοπίες.


Επιτέλους έναν χώρον απλούστατον,
έστω 1x2, δίχως υποτιθέμενα προνόμια ή ξέχωρη αξία
Άνθρωποι χωρίς καμιά ιδιαίτερη ιδεολογία,
όχι αισθαντικότητα, όχι απογοητευμένοι, άνθρωποι απλώς.

Μανόλης Αναγνωστάκης(1956)

Παρασκευή, 14 Ιανουαρίου 2011

Πολεμική βροχή

Κάθομαι ήσυχος και βόσκω στο λιβάδι μου
όταν από αέρος εμφανίζεται ο εχθρός
ο ουρανός χειρόγραφος από βομβαρδιστικά
η εξοχή ασπρίζει σαν τετράγωνο δωμάτιο
κι οι βόμβες - ρήματα τσακίζουν το τραπέζι μου

 βυθίζονται στο πάτωμα στο χώμα
αφήνουν θραύσματα στους τοίχους
έτσι που να μη μοιάζει πια
τούτος ο χώρος για λιβάδι

Γιώργος Χουλιάρας

Πέμπτη, 13 Ιανουαρίου 2011

Όρθρος

Μη φοβόσαστε που ξημερώνει,
έχουμε την καλή ελπίδα στην καρδιά μας.
Ας είναι οι δρόμοι έρημοι από ανθρώπους,
θ' ακουστούν όλες οι φωνές της ημέρας.


Μην αναστενάζεις που ο μόχθος έχει πολλές ώρες,
το κάθε βάρος τ' αλαφρώνει η συντροφιά,
ένα μάτι που προβάλλει απ' τη συννεφιά,
η καλή ελπίδα πώχουμε στην καρδιά.


 Ακούς πώς πάλλεται σαν καμπάν' από φως,
διώχνοντας τα σκοτεινά φαντάσματα,
προσκαλώντας τον εργάτη στην οικοδομή,
η καλή ελπίδα πούναι στην καρδιά.


Τρέξτε πρόθυμα με το δίχτυ της ζωής,
στη θάλασσα με τις λαχτάρες που σιωπούν,
κάτι από τον ήλιο π' αναλειώνει στα νερά,
θ' ανέβει απάνω η ελπίδα της καρδιάς.

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Τετάρτη, 12 Ιανουαρίου 2011

Στο παιδί μου ......


Στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια
 Και του μιλούσανε για Δράκους και για το πιστό σκυλί

Για τα ταξίδια της Πεντάμορφης και για τον άγριο λύκο


Μα στο παιδί δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια
 Τώρα, τα βράδια, κάθομαι και του μιλώ

Λέω το σκύλο σκύλο, το λύκο λύκο, το σκοτάδι σκοτάδι,
Του δείχνω με το χέρι τους κακούς, του μαθαίνω
Ονόματα σαν προσευχές, του τραγουδώ τους νεκρούς μας.


Α, φτάνει πια! Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά.



ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
{Από τη συλλογή Ο στόχος (1970)}

Τρίτη, 11 Ιανουαρίου 2011

ΣΥΝΗΘΗΣ ΑΙΦΝΙΔΙΑΣΜΟΣ



Φόρεσα λαστιχένια παπούτσια,

πήρα από πίσω τον κωφάλαλο

στη δεύτερη στάση γύρισε, με κοίταξε.

«Μου δίνεις – είπε- τα λαστιχένια παπούτσια σου;»

Τάβγαλα. Του τάδωσα. Εφυγα

Με πήρε από πίσω.

Μπήκα στο τραίνο.

Είχε θέση.

Κάθησα

Απέναντι μου αυτός.

Ανάψαμε τσιγάρο.

Κοιτούσαμε έξω απ’ τα τζάμια τα δέντρα γυμνά

με τους βρεγμένους σπάγγους των παιδικών χαρταετών
με τα παλιά κατσαρόλια του συσσιτίου των εξόριστων.

Καπνίζαμε κάναμε πως δεν γνωριζόμαστε .

Εγώ ξυπόλυτος, κι αυτός με τα παπούτσια μου.

διόλου υπερόπτης.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ