Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 25 Ιουλίου 2017

Εκδόθηκε το θεατρικό έργο «Απ’ το Χολομώντα στο Σαγγάριο…»

 Στην έκδοση του θεατρικού του έργου «Απ’ το Χολομώντα στο Σαγγάριο…» προχώρησε ο δάσκαλος, Χρήστος Φυλαχτός, πρόεδρος της Δημοτικής Επιχείρησης Ραδιοφώνου και Τηλεόρασης Πολυγύρου.

Κυριακή 16 Ιουλίου 2017

Συνέντευξη του Τάσου Κανταρά, στο λογοτεχνικό ιστολόγιο "ΣΕΛΙΔΟΔΕΙΚΤΗΣ"

Θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε το βιβλίο σας ιστορικό μυθιστόρημα;
Ναι. Το “Διαρκές Φύλλο Πορείας” είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα που η πλοκή του διαδραματίζεται σε μια μεγάλη ιστορική περίοδο. Από το τέλος του 19ου αιώνα, μέχρι και την περίοδο του μεσοπολέμου.
Θα έλεγα, ότι είναι ένα μυθιστόρημα που τα πραγματικά γεγονότα υπερισχύουν κατά πολύ των φανταστικών.
Ο αναγνώστης, μπορεί να ξαναδιαβάσει την ιστορία, μέσα από την πορεία και τη ζωή των απλών ανθρώπων του λαού μας.

Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2016

Σε ...πορεία το "ΔΙΑΡΚΕΣ ΦΥΛΛΟ ΠΟΡΕΙΑΣ" του συμπολίτη μας Τάσου Κανταρά

Σήμερα είναι μια ξεχωριστή μέρα για μένα. Κυκλοφόρησε στην Αθήνα, απο τις "Εκδόσεις Τόπος", το βιβλίο μου. Ένα ιστορικό μυθιστόρημα που έχει τίτλο "Διαρκές Φύλλο Πορείας"!

Τετάρτη 6 Μαΐου 2015

Κυκλοφόρησε η ποιητική συλλογή της Πολυγυρινής Μαρίας Τζίκα





Η Μαρία Τζίκα μεγάλωσε και κατοικεί στον Πολύγυρο. Σπούδασε Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Πατρών.
Έχει διακριθεί σε Πανελλήνιους Ποιητικούς διαγωνισμούς και  ποιήματα της έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά.
Το "Ελαττωματικό χώμα" είναι η πρώτη ποιητική συλλογή της (2015).
(Κεντρική διάθεση από το βιβλιοπωλείο Κεντρί, Δημ.Γούναρη 22, Θεσ/νικη και σε όλα τα βιβλιοπωλεία.)

Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2013

Όταν η Λογική συνάντησε την Τρέλα (*)

 
    Η ΤΡΕΛΑ και η ΛΟΓΙΚΗ είναι πρώτες ξαδέρφες. Κατοικούν στο ίδιο σπίτι, σε διαφορετικά δωμάτια.
    Στο δωμάτιο της Τρέλας δεν υπάρχουν παράθυρα, δεν υπάρχουν καθρέπτες, δεν υπάρχουν μνήμες, επικρατεί ακαταστασία, όμως δεν υπάρχει μοναξιά. Η Τρέλα σέρνει τα κουρέλια της και τα αχτένιστα μαλλιά της με περίσσια αξιοπρέπεια. Δεν την ενδιαφέρει τι γίνεται έξω στον κόσμο. Μιλάει ώρες ατελείωτες με τους τοίχους θεωρώντας τους φίλους της. Είναι οι φίλοι της – νοιώθει ευτυχισμένη!!
    Στο δωμάτιο της Λογικής υπάρχουν παράθυρα, υπάρχουν καθρέπτες, υπάρχουν μνήμες, επικρατεί τάξη, καμιά φορά όμως υπάρχει μοναξιά. Η Λογική, καλοντυμένη και καλοχτενισμένη, δέχεται φίλους, όμως είναι δυστυχισμένη!
    Αν και βρίσκονται τόσο κοντά, δεν έχουν καμιά επαφή μεταξύ τους. Κάποια μέρα όμως ξαφνικά η Λογική αποφασίζει να χτυπήσει την πόρτα της εξαδέλφης της. Η Τρέλα, αν και λίγο ξαφνιασμένη από την απρόσμενη αυτή επίσκεψη, την υποδέχεται με ανοιχτή αγκαλιά. Οι δυο εξαδέλφες αγκαλιάζονται τρυφερά, νοιώθοντας μια περίεργη αγαλλίαση.
    Λίγο καιρό αργότερα η Λογική ξαναεπισκέπτεται την Τρέλα και αυτό επαναλαμβάνεται όλο και πιο συχνά, τόσο που διαπιστώνει, ότι ο τρόπος ζωής της εξαδέλφης της, της ταιριάζει περισσότερο. Αποφασίζει να συγκατοικήσει μαζί της.
    Δε σπαταλά πια χρόνο σε καθρέπτες, αδιαφορεί για την εμφάνιση της, για τους φίλους της, σβήνει σιγά σιγά τις μνήμες από το μυαλό της, τ’ αφήνει όλα στην τύχη τους και επιτέλους αρχίζει να μη νοιώθει αυτή την απέραντη μοναξιά, αυτή την απόγνωση, αυτόν τον πόνο που σιγοτρώει τα σωθικά της. Λίγο καιρό αργότερα νοιώθει λυτρωμένη, ευτυχισμένη και κυρίως δεν πονάει πια.
    Ο ΠΟΝΟΣ!!! Ο καταραμένος πόνος είναι η βασική αιτία της αναπάντεχης συμφιλίωσης.

    Οι δυο εξαδέλφες έχουν γίνει πια ένα σώμα, μια ψυχή. Η προσωπικότητα της Λογικής έχει αφομοιωθεί ολοκληρωτικά από την προσωπικότητα της Τρέλας.

(*)Απο το βιβλιο “Η Σκοτεινη Πλευρα του Ηλιου” της Χρυσας Δημουλιδου

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Μας το έστειλε ο ΜΙΜΗΣ


Πέμπτη 17 Οκτωβρίου 2013

Ο κύκλος των χαμένων καθηγητών



    Μπήκε στην αίθουσα, κουτσαίνοντας ελαφρώς από την αριστερή μεριά. Η μαύρη δερμάτινη τσάντα του, παραφουσκωμένη από τις σημειώσεις του, έχασκε σαν στόμα άγριου ζώου. Ήταν λίγο χλωμός, αλλά χαμογελαστός και καλοδιάθετος όπως πάντα. Βηματίζοντας αργόσυρτα προς την έδρα και σφυρίζοντας ένα – γνωστό σ’ εμάς πια - σκοπό, κοντοστάθηκε και χάζεψε τις πρωινές ανοιξιάτικες ηλιαχτίδες, που γλιστρούσαν λαθραία μέσα από το παράθυρο σαν αραχνοΰφαντες ελπίδες. Έκανε μεταβολή και κατευθύνθηκε προς την πόρτα. Ξέραμε τι έπρεπε να κάνουμε, τον είχαμε μάθει πια. Το μάθημα της λογοτεχνίας θα γινόταν έξω. Στην αρχή τον θεωρούσαμε αλλόκοτο έως και παλαβό. Κι ο ‘Τζον Κήτινγκ’, ο καθηγητής στον Κύκλο των χαμένων ποιητών, δεν είχε γεννηθεί ακόμα. Κι όμως. Είχαμε την τύχη να βιώσουμε στην πραγματικότητα όσα βίωσαν στην ταινία, οι μαθητές του ‘Κήτινγκ’.
    Ποιητές και πεζογράφοι ανασταίνονταν στη σκιά του ευκάλυπτου, στο προαύλιο του σχολείου. Ο ντροπαλός μαθητής, απήγγελλε  δυνατά στίχους του Σκαρίμπα κι η ντροπαλοσύνη του γινόταν καράβι που βούλιαζε. Ο ψυχρός κι ο κυνικός ‘λύγιζαν’ στους στίχους της Πολυδούρη. Ο αδιάφορος, έριχνε μες στ’ άπατα του Ελύτη μιαν ηχώ και κατάφερνε επιτέλους να ακούσει τη φωνή του δυο και τρεις φορές. Ο ανασφαλής ή εσωστρεφής, στεκόταν στο κέντρο ενός ανθρώπινου κύκλου και με κλειστά μάτια άφηνε χαλαρό το σώμα του να πέσει, με τη σιγουριά ότι θα τον έπιαναν οι συμμαθητές του. «Ασκήσεις εμπιστοσύνης για να γίνετε όλοι μια ομάδα», μας έλεγε. Μας έβαζε να περπατάμε ελεύθερα, χωρίς να επηρεαζόμαστε από το βηματισμό των άλλων συμμαθητών δίπλα μας.
    «Να έχετε τη δική σας άποψη και όχι δανεική. Να παλεύετε για τα ‘πιστεύω’ σας», μας φώναζε, σχεδόν τραγουδιστά. Μας ανέβαζε πάνω στα θρανία για να βλέπουμε πόσο διαφορετικά φαίνονται τα πράγματα από ψηλά. «Να μη φοράτε παρωπίδες. Το οπτικό σας πεδίο δεν είναι μόνο ένα». Την ερώτηση του σχολικού βιβλίου: «Ποια, πιστεύετε, ότι ήταν τα συναισθήματα του ποιητή, που τον ώθησαν να γράψει αυτό το ποίημα», μας είχε ζητήσει να τη σβήσουμε. «Τι βλακώδης ερώτηση! Ποτέ δε θα το μάθετε αυτό. Κι αν το επιχειρήσετε, να ξέρετε πως θα σας χλευάσουν από εκεί που βρίσκονται. Το ερώτημα είναι, τι εισπράττετε εσείς, διαβάζοντας ένα ποίημα, τι αισθάνεστε; Ζωγραφίστε το, μελοποιήστε το, μοιραστείτε το!»
 (Κι ο ‘Τζον Κήτινγκ’ δεν είχε γεννηθεί ακόμα…)
    Στο τέλος κάθε υπαίθριου μαθήματος, έβγαζε από την τσάντα του φωτοτυπημένες σελίδες με ποιήματα και τις πέταγε έξω στο δρόμο σαν φέϊγ βολάν. «Τροφή για τους περαστικούς. Όλο και κάποιος πεινασμένος θα περνάει…» , μας έλεγε χαμογελώντας.
    Εκείνο το ανοιξιάτικο πρωινό ήταν το τελευταίο του μάθημα. Έλειπε για ένα μήνα και κανείς δε μας έλεγε τίποτα. Ο αντικαταστάτης του στάθηκε άτυχος κι εμείς άδικοι μαζί του, αλλά το μέτρο σύγκρισης ήταν συντριπτικό. Μια μέρα μπήκε στην αίθουσα ο διευθυντής του σχολείου και μας διάβασε ένα σημείωμα.
     «Δε θέλω στεφάνια. Τα στεφάνια είναι για τους ήρωες. Θα είμαι καλά. Άλλωστε, ‘στον Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί…’ κι έχει αρκετούς ‘πεινασμένους’».
    Κι αναρωτιέμαι: «Υπάρχουν γύρω μας τέτοιοι δάσκαλοι; Τέτοιοι καθηγητές; Τέτοιοι άνθρωποι; Θέλω να πιστεύω ότι, ναι, υπάρχουν. Δε γίνεται αλλιώς. Λένε πως έχει μοναξιά στον Παράδεισο…»
«My Captain does not answer, his lips are pale and still…»*
* (Ο Καπετάνιος μου δεν απαντά, τα χείλη του χλωμά κι ασάλευτα…»
Walt Whitman (Oh Captain, my Captain...")

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Μας το έστειλε ο ΜΙΜΗΣ

Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2013

Όσα πραγματικά πρέπει να ξέρω,τα έμαθα στο Νηπιαγωγείο.


Robert Fulghum (*)
“... Όσα πραγματικά πρέπει να ξέρω για το πώς να ζω, τι να κάνω και πώς να είμαι, τα έμαθα στο Νηπιαγωγείο. Η σοφία δε βρισκόταν στην κορυφή του σχολικού βουνού, αλλά εκεί, στα βουναλάκια από άμμο, στο νηπιαγωγείο.
Αυτά είναι τα πράγματα που έμαθα:
Να μοιράζεσαι τα πάντα.
Να παίζεις τίμια.
Να μη χτυπάς τους άλλους.
Να βάζεις τα πράγματα πάλι εκεί που τα βρήκες.
Να καθαρίζεις τις τσαπατσουλιές σου.
Να μην παίρνεις τα πράγματα που δεν είναι δικά σου.
Να λες συγγνώμη, όταν πληγώνεις κάποιον.
Να πλένεις τα χέρια σου πριν από το φαγητό.
Να κοκκινίζεις.
Ζεστά κουλουράκια και κρύο γάλα κάνουν καλό.
Να ζεις μια ισορροπημένη ζωή, να μαθαίνεις λίγο, να σκέπτεσαι λίγο, να σχεδιάζεις, να ζωγραφίζεις, να τραγουδάς, να χορεύεις, να παίζεις και να εργάζεσαι κάθε μέρα από λίγο.
Να παίρνεις έναν υπνάκο το απόγευμα.
Όταν βγαίνεις έξω στον κόσμο, να προσέχεις την κίνηση, να κρατιέσαι από το χέρι και να μένεις μαζί με τους άλλους.
Να αντιλαμβάνεσαι τα θαύματα. Να θυμάσαι το μικρό σπόρο μέσα στο δοχείο από φελιζόλ. Οι ρίζες πάνε προς τα κάτω και το φυτό προς τα πάνω. Κανείς πραγματικά δεν ξέρει πώς και γιατί, αλλά όλοι μας μοιάζουμε σ’ αυτό.
Τα χρυσόψαρα, τα χάμστερς, τα άσπρα ποντίκια, ακόμη κι ο μικρός σπόρος μέσα στο πλαστικό δοχείο, όλα πεθαίνουν. Το ίδιο κι εμείς.
    Να θυμάσαι τελικά τα βιβλία και την πρώτη λέξη που έμαθες την πιο μεγάλη απ’ όλες: τη λέξη ΚΟΙΤΑ.
    Όλα όσα πρέπει να ξέρετε βρίσκονται κάπου εδώ μέσα. Ο χρυσός κανόνας, η αγάπη και οι βασικές αρχές υγιεινής, η οικολογία, η πολιτική, η ισότητα και η υγιεινή ζωή.
    Πάρτε μια απ’ αυτές τις συμβουλές, εκφράστε την με επιτηδευμένη ορολογία ενηλίκων και εφαρμόστε τη στην οικογενειακή σας ζωή, στην εργασία σας, στην κυβέρνησή σας, στον κόσμο σας και θα παραμείνει αληθινή, ξεκάθαρη, σταθερή.
    Σκεφτείτε πόσο καλύτερος θα ήταν ο κόσμος, αν όλοι εμείς οι άνθρωποι τρώγαμε γάλα με κουλουράκια γύρω στις τρεις το απόγευμα και μετά ξαπλώναμε κάτω από τις κουβέρτες για έναν υπνάκο.
    Ή, αν όλες οι κυβερνήσεις είχαν ως βασική αρχή να βάζουν πάντα τα πράγματα εκεί που τα βρήκαν και να καθαρίζουν τις τσαπατσουλιές τους.
    Είναι ακόμη αλήθεια, ανεξάρτητα από την ηλικία σας, πως όταν βγαίνετε έξω στον κόσμο είναι καλύτερα να κρατιέστε από το χέρι και να μένετε μαζί με τους άλλους...
...Τελικά πρέπει να σας πω πως έχω άδεια παραμυθά. Ένας φίλος μου, μου την έβγαλε και την κρέμασε στον τοίχο,πάνω από το γραφείο μου.
    Αυτή η άδεια μού επιτρέπει να χρησιμοποιώ τη φαντασία μου, για να ξαναβάζω σε σειρά τις εμπειρίες μου και να προωθώ το μύθο, όσο αυτός εξυπηρετεί κάποια όψη της αλήθειας. Ακόμη περιέχει το "πιστεύω" ενός παραμυθά:
* Πιστεύω ότι η φαντασία είναι πιο δυνατή από τη γνώση.
* Οτι ο μύθος είναι πιο δραστικός από την ιστορία.
* Οτι τα όνειρα είναι πιο ισχυρά από τα γεγονότα.
* Οτι η ελπίδα πάντα θριαμβεύει έναντι της εμπειρίας.
* Οτι το γέλιο είναι η μόνη θεραπεία της θλίψης.
* Και πιστεύω ότι η αγάπη είναι πιο δυνατή από το θάνατο.
Προσπάθησα πολύ να μη γράψω κάτι που θα γινόταν η αιτία να μου αφαιρέσουν την άδεια..."


(*)
    Ο εκπληκτικός Robert Fulghum γεννήθηκε το 1937, και μεγάλωσε στο Waco του Texas. Στα νιάτα του εργάστηκε ωςεκσκαφέας τάφρων (!!!), παιδί για εφημερίδεςκαουμπόης σε ράντζο (βοσκός), μπάρμαν και τραγουδιστής κάντρυ. Μετά από το κολλέγιο και μια σύντομη καριέρα στην IBM, επέστρεψε στα θρανία για να ολοκληρώσει το μεταπτυχιακό του στη θεολογία. 
    Για 22 χρόνια υπηρέτησε ως πάστορας σε μια ενορία στο Βορειοδυτικό Ειρηνικό. Κατά την ίδια περίοδο δίδαξε σχέδιο, ζωγραφική και φιλοσοφία στο Lakeside School στο Seattle. Ο Fulghum είναι επίσης καταξιωμένος ζωγράφος και γλύπτης. Τραγουδά και παίζει κιθάρα και τσέλο και υπήρξε ιδρυτικό μέλος του «The Rock Bottom Remainders» -μιας rock and roll μπάντας που αποτελείται από μουσικούς – συγγραφείς.   Έχει τέσσερα παιδιά και εννέα εγγόνια. Μοιράζει τη ζωή του μεταξύ του Seattle της Washington, και της Κρήτης.
    Το απόσπασμα είναι από το βιβλίο του με τίτλο: 
«Όσα πραγματικά θα έπρεπε να ξέρω τα έμαθα στο Νηπιαγωγείο»

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Μας το έστειλε ο ΜΙΜΗΣ

Τετάρτη 2 Οκτωβρίου 2013

Φ. Ντοστογιέφσκι: Το όνειρο ενός γελοίου ανθρώπου


    Το μικρό αυτό διήγημα «Το όνειρο ενός γελοίου» δεν θα ήταν υπερβολικό να πούμε ότι αποτελεί μια συνοπτική ιστορία της ανθρώπινης κοινωνίας από τις απαρχές της μέχρι σήμερα. Μιας κοινωνίας που ξεκίνησε σαν ένας μικρός παράδεισος, χωρίς τάξεις, με κοινοκτημοσύνη στα αγαθά, με δημοκρατία, χωρίς ζήλιες, με ερωτικές σχέσεις χωρίς διαστροφές και χωρίς το σαδισμό και το μαζοχισμό της σύγχρονης κοινωνίας που τότε ήταν άγνωστες έννοιες.
    Μια κοινωνία χωρίς ιδιοκτησίες, όπου οι λέξεις δικό μου, δικό σου δεν υπήρχαν ακόμα στο λεξιλόγιο της, η αγάπη στον συνάνθρωπο, στη ζωή, στα δένδρα, στη φύση γενικά ήταν αυτονόητη, που στην πορεία της όμως εκφυλίστηκε αποσυντέθηκε, έγινε ταξική, άρχισαν πόλεμοι, ζήλιες, διαμάχες, διαστροφές, ιδιοκτησίες, θρησκεία που κάθε μια διεκδικούσε την αιώνια αλήθεια της αφήνοντας στη μνήμη των ανθρώπων μια μακρινή θαμπή ανάμνηση ενός χαμένου παράδεισου.
Απόσπασμα
[...] Είμαι ένας άνθρωπος γελοίος.
   Τώρα με λένε τρελό.
   Θα ήταν τίτλος τιμής αν γι’αυτούς δεν εξακολουθούσα να είμαι το ίδιο γελοίος.
   Αλλά δεν δυσανασχετώ πια, όλος ο κόσμος μου είναι αρκετά συμπαθής, ακόμη κι όταν με κοροϊδεύουν και θα έλεγε κανείς, πως τότε ίσα ίσα μου είναι συμπαθής.
   Θα γελούσα κι εγώ μαζί με αυτούς ευχαρίστως, όχι τόσο για μένα, αλλά για να τους κάνω ευχαρίστηση, αν δεν δοκίμαζα τόση θλίψη κοιτάζοντάς τους. Θλίψη να βλέπω πώς δεν γνωρίζουν την αλήθεια, αυτή την αλήθεια που γνωρίζω εγώ. Τι σκληρό είναι να την γνωρίζεις μόνος εσύ! Αλλα δεν θα καταλάβουν.. όχι, δεν πρόκειται να καταλάβουν..
   Άλλοτε υπέφερα πολύ να περνώ για γελοίος δεν φαινόμουν. Ήμουνα.
   Υπήρξα πάντα γελοίος και ξέρω ότι αναμφίβολα είμαι από γεννησιμιού μου.
   Θα μουν δε θα μουν επτά μόλις χρονών όταν κατάλαβα πως ήμουνα γελοίος. Ύστερα σπούδασα στο πανεπιστήμιο –και όσο σπούδαζα τόσο περισσότερο καταλάβαινα πόσο ήμουν γελοίος. Έτσι που όλη η πανεπιστημιακή μου μόρφωση φαινόταν να μην υπάρχει παρά για να μου δείξει και να μου εξηγήσει, όσο εντρυφούσα σ’αυτήν, πως ήμουν γελοίος.
   Χρόνο το χρόνο, βεβαιωνόμουνα όλο και περισσότερο ότι από κάθε άποψη παρουσίαζα ένα γελοίο πρόσωπο. Όλος ο κόσμος με κορόιδευε παντού και πάντα. Αλλά κανενός δεν πέρναγε από το μυαλό ότι αν υπήρχε κάποιος στον κόσμο που ήξερε πιο καλά από όλους ότι είμαι γελοίος, αυτός ο άνθρωπος ήμουνα εγώ. Κι αγανακτούσα που κανείς δεν το φανταζόταν.
   Σε αυτό φταίω και εγώ, η αλαζονεία μου με εμπόδιζε πάντα να ομολογήσω το μυστικό μου. Αυτή η αλαζονεία αυξανόταν με τα χρόνια, και αν αφηνόμουν μπροστά σε οποιονδήποτε να αναγνωρίζω πως ήμουν γελοίος, πιστεύω πως το ίδιο κιόλας βράδυ θα είχα τινάξει τα μυαλά μου με μια πιστολιά.
   Έφηβος σαν ήμουν, πόσο είχα υποφέρει στη σκέψη ότι δεν θα μπορούσα να αντισταθώ, ότι ξαφνικά θα όφειλα να το ομολογήσω στους συντρόφους μου. Αλλά όταν ενηλικιώθηκα, αν και από χρόνο σε χρόνο είχα βεβαιωθεί ακόμη περισσότερο για την τρομερή ιδιομορφία μου, κατάφερα για τον άλφα ή βήτα λόγο να ηρεμήσω. Ακριβώς επειδή ως τότε αγνοούσα το γιατί και το πώς.
   Ίσως το όφειλα σε αυτή την απέραντη μελαγχολία που κυρίευσε την ψυχή μου ύστερα από κάποιο γεγονός απροσμέτρητα ανώτερό μου, δηλαδή: την πεποίθηση που είχα μόνιμα από τότε, ότι εδώ κάτω τα πάντα είναι χωρίς σημασία. Το υποψιαζόμουν αυτό από πολύ καιρό αλλά ξαφνικά βεβαιώθηκα απόλυτα. Ένιωσα απότομα ότι θα μου ήταν αδιάφορο αν ο κόσμος υπήρχε ή αν δεν υπήρχε πουθενά τίποτε.
   Άρχισα να αντιλαμβάνομαι και να αισθάνομαι ότι κατά βάθος τίποτε δεν υπήρχε για μένα. Ως τότε νόμιζα πάντα ότι πολλά πράγματα υπήρξαν πριν από μένα.
   Τώρα αντιλαμβανόμουν ότι τίποτε δεν υπήρχε πριν, ή μάλλον ότι δεν υπήρχε παρά φαινομενικά.   Σιγά σιγά κατέληξα στο συμπέρασμα ότι ποτέ δεν υπήρξε τίποτε. Έπαψα τότε να ερεθίζομαι με τους ανθρώπους και κατέληξα να μη τους προσέχω καθόλου. Αυτή η διάθεση εκδηλωνόταν ακόμη και στις πιο ασήμαντες περιστάσεις της ζωής: μου συνέβαινε, λόγου χάρη, περπατώντας στο δρόμο, να σκοντάφτω πάνω τους. Όχι γιατί με είχαν απορροφήσει οι σκέψεις, γιατί τότε δεν θα σκεφτόμουν όσα σκέφτομαι: τα πάντα μου ήταν αδιάφορα.
   Να μπορούσα τουλάχιστον να βρω τη λύση των προβλημάτων! Ούτε ένα δεν είχα λύσει. Και ο Θεός ξέρει πόσες λύσεις είχα προτείνει! Αλλά, επειδή αδιαφορούσα για όλα, πήγαν και τα προβλήματα στο βρόντο.
   Να όμως που ξέρω την αλήθεια. Αυτή την αλήθεια την έμαθα τον περασμένο Νοέμβρη, στις τρεις Νοεμβρίου ακριβώς, και από τότε την έχω σταθερά χαραγμένη στη μνήμη μου. [...]

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Μας το έστειλε ο ΜΙΜΗΣ

Τετάρτη 15 Μαΐου 2013

“Ένα σπουδαίο πνεύμα μας αποχαιρετά”




Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες έχει αποσυρθεί από τη δημόσια ζωή για λόγους υγείας: καρκίνος στους λεμφαδένες.  Η κατάστασή του μοιάζει να επιδεινώνεται μέρα με τη μέρα. Η αποχαιρετιστήρια επιστολή που ακολουθεί εστάλη από τον συγγραφέα στους φίλους του :
  “Αν ο Θεός ξεχνούσε για μια στιγμή ότι είμαι μια μαριονέτα φτιαγμένη από κουρέλια και μου χάριζε ένα κομμάτι ζωή, ίσως δεν θα έλεγα όλα αυτά που σκέφτομαι, αλλά σίγουρα θα σκεφτόμουν όλα αυτά που λέω εδώ.
 Θα έδινα αξία στα πράγματα, όχι γι’αυτό που αξίζουν, αλλά γι’αυτό που σημαίνουν.
 Θα κοιμόμουν λίγο, θα ονειρευόμουν πιο πολύ, γιατί για κάθε λεπτό που κλείνουμε τα μάτια, χάνουμε εξήντα δευτερόλεπτα φως. Θα συνέχιζα όταν οι άλλοι σταματούσαν, θα ξυπνούσα όταν οι άλλοι κοιμόταν. Θα άκουγα όταν οι άλλοι μιλούσαν και πόσο θα απολάμβανα ένα ωραίο παγωτό σοκολάτα!
 Αν ο Θεός μου δώριζε ένα κομμάτι ζωή, θα ντυνόμουν λιτά, θα ξάπλωνα μπρούμυτα στον ήλιο, αφήνοντας ακάλυπτο όχι μόνο το σώμα αλλά και την ψυχή μου.
 Θεέ μου, αν μπορούσα, θα έγραφα το μίσος μου πάνω στον πάγο και θα περίμενα να βγει ο ήλιος.  Θα ζωγράφιζα μ’ένα όνειρο του Βαν Γκογκ πάνω στα άστρα ένα ποίημα του Μπενεντέτι κι ένα τραγούδι του Σερράτ θα ήταν η σερενάτα που θα χάριζα στη σελήνη. Θα πότιζα με τα δάκρια μου τα τριαντάφυλλα, για να νοιώσω τον πόνο από τ’αγκάθια τους και το κοκκινωπό φιλί των πετάλων τους...
 Θεέ μου, αν είχα ένα κομμάτι ζωή... Δεν θα άφηνα να περάσει ούτε μία μέρα χωρίς να πω στους ανθρώπους ότι αγαπώ, ότι τους αγαπώ. Θα έκανα κάθε άνδρα και γυναίκα να πιστέψουν ότι είναι οι αγαπητοί μου και θα ζούσα ερωτευμένος με τον έρωτα.
 Στους ανθρώπους θα έδειχνα πόσο λάθος κάνουν να νομίζουν ότι παύουν να ερωτεύονται όταν γερνούν, χωρίς να καταλαβαίνουν ότι γερνούν όταν παύουν να ερωτεύονται! Στο μικρό παιδί θα έδινα φτερά, αλλά θα το άφηνα να μάθει μόνο του να πετάει. Στους γέρους θα έδειχνα ότι το θάνατο δεν τον φέρνουν τα γηρατειά αλλά η λήθη. Έμαθα τόσα πράγματα από σας, τους ανθρώπους... Έμαθα πως όλοι θέλουν να ζήσουν στην κορυφή του βουνού, χωρίς να γνωρίζουν ότι η αληθινή ευτυχία βρίσκεται στον τρόπο που κατεβαίνεις την απόκρημνη πλαγιά. Έμαθα πως όταν το νεογέννητο σφίγγει στη μικρή παλάμη του, για πρώτη φορά, το δάχτυλο του πατέρα του, το αιχμαλωτίζει για πάντα.
 Έμαθα πως ο άνθρωπος δικαιούται να κοιτά τον άλλον από ψηλά μόνο όταν πρέπει να τον βοηθήσει να σηκωθεί. Είναι τόσα πολλά τα πράγματα που μπόρεσα να μάθω από σας, αλλά δεν θα χρησιμεύσουν αλήθεια πολύ, γιατί όταν θα με κρατούν κλεισμένο μέσα σ’αυτή τη βαλίτσα, δυστυχώς θα πεθαίνω.

Να λες πάντα αυτό που νιώθεις και να κάνεις πάντα αυτό που σκέφτεσαι. Αν ήξερα ότι σήμερα θα ήταν η τελευταία φορά που θα σ’έβλεπα να κοιμάσαι, θα σ’αγκάλιαζα σφιχτά και θα προσευχόμουν στον Κύριο για να μπορέσω να γίνω ο φύλακας της ψυχής σου. Αν ήξερα ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα σ’έβλεπα να βγαίνεις απ’ την πόρτα, θα σ’αγκάλιαζα και θα σού ‘δινα ένα φιλί και θα σε φώναζα ξανά για να σου δώσω κι άλλα. Αν ήξερα ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα άκουγα τη φωνή σου, θα ηχογραφούσα κάθε σου λέξη για να μπορώ να τις ακούω ξανά και ξανά. Αν ήξερα ότι αυτές θα ήταν οι τελευταίες στιγμές που σ’έβλεπα, θα έλεγα “σ’αγαπώ” και δεν θα υπέθετα, ανόητα, ότι το ξέρεις ήδη. 

Υπάρχει πάντα ένα αύριο και η ζωή μας δίνει κι άλλες ευκαιρίες για να κάνουμε τα πράγματα όπως πρέπει, αλλά σε περίπτωση που κάνω λάθος και μας μένει μόνο το σήμερα, θα ΄θελα να σου πω πόσο σ’αγαπώ κι ότι ποτέ δεν θα σε ξεχάσω.

Το αύριο δεν το έχει εξασφαλίσει κανείς, είτε νέος είτε γέρος. Σήμερα μπορεί να είναι η τελευταία φορά που βλέπεις τους ανθρώπους που αγαπάς. Γι’ αυτό μην περιμένεις άλλο, κάν’το σήμερα, γιατί αν το αύριο δεν έρθει ποτέ, θα μετανιώσεις σίγουρα για τη μέρα που δεν βρήκες χρόνο για ένα χαμόγελο, μια αγκαλιά, ένα φιλί και ήσουν πολύ απασχολημένος για να κάνεις πράξη μια τελευταία τους επιθυμία. Κράτα αυτούς που αγαπάς κοντά σου, πες τους ψιθυριστά πόσο πολύ τους χρειάζεσαι, αγάπα τους και φέρσου τους καλά, βρες χρόνο για να τους πεις “συγνώμη”, “συγχώρεσέ με”, “σε παρακαλώ”, “ευχαριστώ” κι όλα τα λόγια αγάπης που ξέρεις.

Κανείς δεν θα σε θυμάται για τις κρυφές σου σκέψεις. Ζήτα απ’ τον Κύριο τη δύναμη και τη σοφία για να τις εκφράσεις. Δείξε στους φίλους σου τι σημαίνουν για σένα.”
  

ΣΤΕΙΛΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΣΕ ΟΠΟΙΟΥΣ ΘΕΛΕΙΣ

Εάν δεν το κάνεις σήμερα, αύριο θα είναι όπως και χθες.  Κι αν δεν το κάνεις ποτέ, δεν πειράζει.
Ξεκίνα να κάνεις πράξη τα όνειρά σου.  Τώρα είναι η ώρα.





Ότι διαβάσατε μέχρι τώρα γράφτηκε στα ισπανικά και είναι η μετάφραση του πρωτότυπου κειμένου που ακολουθεί. Το έλαβα από μια ισπανίδα φίλη μου και επιστράτευσα αμέσως όλες τις γνώσεις μου στα ισπανικά για να το μεταφράσω και να το στείλω και σε έλληνες φίλους. Νομίζω ότι άξιζε τον κόπο.
(Ισπανόφωνοι και λοιποί γνώστες της ισπανικής συγχωρέστε με για τα ενδεχόμενα «λαθάκια» στην απόδοση)
Βασίλης Τερζής



“Se despide un genio”



Gabriel García Márquez se ha retirado de la vida pública por razones de salud: cáncer linfático.  Ahora, parece, que es cada vez más  grave.  Ha enviado una carta de despedida a sus amigos, y gracias a Internet está siendo difundida.


Les recomiendo su lectura porque es verdaderamente conmovedor este corto texto escrito por uno de los Latinoamericanos más brillantes de los últimos tiempos.



“Si por un instante Dios se olvidara de que soy una marioneta de trapo y me regalara un trozo de vida, posiblemente no diría todo lo que pienso, pero en definitiva pensaría todo lo que digo.

Daría valor a las cosas, no por lo que valen, sino por lo que significan.

Dormiría poco, soñaría más, entiendo que por cada minuto que cerramos los ojos, perdemos sesenta segundos de luz.  Andaría cuando los demás se detienen, despertaría cuando los demás duermen.  Escucharía cuando los demás hablan y cómo disfrutaría de un buen helado de chocolate!

Si Dios me obsequiara un trozo de vida, vestiría sencillo, me tiraría de bruces al sol, dejando descubierto, no solamente mi cuerpo, sino mi alma.

Dios mío si yo tuviera un corazón, escribiría mi odio sobre el hielo, y esperaría a que saliera el sol.  Pintaría con un sueño de Van Gogh sobre  las estrellas un poema de Benedetti, y una canción de  Serrat sería la serenata que les ofrecería a la luna.  Regaría con mis lágrimas  las rosas, para sentir el dolor de sus espinas, y el encarnado beso de sus pétalos...

Dios mío, si yo tuviera un trozo de vida...  No dejaría pasar un sólo día sin decirle a la gente que quiero, que la quiero.  Convencería a cada mujer u hombre que son mis favoritos y viviría enamorado del amor.

A los hombres les probaría cuán equivocados están al pensar que dejan de enamorarse cuando envejecen, sin saber que envejecen cuando dejan de enamorarse!  A un  niño le daría alas, pero le dejaría  que él solo aprendiese a volar.  A los viejos les enseñaría que la muerte no llega con la vejez, sino con el olvido.  Tantas cosas he aprendido de ustedes, los hombres...  He aprendido que  todo el mundo quiere vivir en la cima de la montaña, sin saber que la verdadera felicidad está en la forma de subir la escarpada.  He aprendido que cuando un recién nacido aprieta con su pequeño puño, por primera vez, el dedo de su padre, lo tiene atrapado por siempre.

He aprendido que un hombre sólo tiene derecho a mirar a otro hacia abajo, cuando ha de ayudarle a levantarse.  Son tantas cosas las que he podido aprender de ustedes, pero realmente de mucho no habrán de servir, porque cuando me guarden dentro de esa maleta, infelizmente me estaré muriendo.

Siempre di lo que sientes y haz lo que piensas.  Si supiera que hoy fuera la última vez que te voy a ver dormir, te abrazaría fuertemente y rezaría al Señor para poder ser el guardián de tu alma.  Si supiera que esta fuera la última vez que te vea salir por la puerta, te daría un abrazo, un beso y te llamaría de nuevo para darte más.  Si supiera que esta fuera la última vez que voy a oír tu voz, grabaría cada una de tus palabras para poder oírlas una y otra vez indefinidamente.  Si supiera que estos son los últimos minutos que te veo diría “te quiero” y no asumiría, tontamente, que ya lo sabes. 

Siempre hay un mañana y la vida nos da otra oportunidad para hacer las cosas  bien, pero por si me equivoco y hoy es todo lo que nos queda, me gustaría decirte cuanto te quiero, que nunca te olvidaré.

El mañana no le está asegurado a nadie, joven o viejo.  Hoy puede ser la última vez que veas a los que amas.  Por eso no esperes más, hazlo hoy, ya que si el mañana nunca llega, seguramente lamentarás el día que no tomaste tiempo para una sonrisa, un abrazo, un beso y que estuviste muy ocupado para concederles un último deseo.  Mantén a los que amas cerca de ti, diles al oído lo mucho que los necesitas, quiérelos y trátalos bien, toma tiempo para decirles “lo siento”, “perdóname”, “por favor”, “gracias” y todas las palabras de amor que conoces.

Nadie te recordará por tus pensamientos secretos.  Pide al Señor la fuerza y sabiduría para expresarlos.  Demuestra a tus amigos cuanto te importan.”


ENVIA ESTO A QUIENES QUIERAS

Si no lo haces hoy, mañana será igual que ayer.  Y si no lo haces nunca tampoco importa.
Ponle acción a tus sueños.  El  momento es este


ΣΗΜΕΩΣΗ: Μας το έστειλε ο ΜΙΜΗΣ