Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΕΜΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΕΜΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2013

Η Σαλονίκη που ‘σβηνε


(Ποίημα Ιωάννη Πολέμη για την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης) 
Η Σαλονίκη, που ‘σβηνε με του καιρού το διάβα
(καντήλι που τρεμόφωτο για λάδι λαχταρά)
από βραδύς κοιμήθηκε δυστυχισμένη, σκλάβα
και την αυγούλα εξύπνησεν αρχόντισσα, κυρά.

Τι να ’βλεπε στον ύπνο της; τι νάταν τ' όνειρό της;
-Τον Άη Δημήτρην έβλεπε στ' άτι του το γοργό
που ροβολώντας έκραζε με τη φωνή της νιότης:
"Άνοιξε πόρτα της σκλαβιάς, η Λευτεριά είμ' εγώ!"

Κι' άνοιξ' η πόρτα ορθάνοιχτη μπροστά στον καβαλλάρη
κ' εμπήκ' εκείνος κ' έλαμψε σαν τον Αυγερινό,
κ' υψώνοντας και παίζοντας τ' αστραφτερό κοντάρι
έδειξε με το δάκτυλο του Ολύμπου το βουνό.

Κ' έστρεψ' εκεί τα μάτια της η σκλάβα η πονεμένη
κι' αγνάντεψε αστραπόλαμπρη του Ολύμπου την κορφή,
κι' είδε απ' τη ράχη στην πλαγιά γοργά να κατεβαίνει
η Ώμορφη, η Πεντάμορφη, του Ήλιου η αδελφή.

Η κόμη της ανέμιζεν, ιτιά χρυσοκλωνάτη,
τα στήθη της χιονόλευκα, τα μάτια γαλανά,
στο χέρι της τη φλογερή γυμνή ρομφαία εκράτει
κι' ολόχρυσα αντιφέγγιζαν τ' απόμακρα βουνά.

Κατέβηκε κ' εδιάβηκε τη διάπλατη την πόρτα
η Ώμορφη, η Πεντάμορφη, του Ήλιου η αδελφή,
κι' όπου πατούσε ευώδιαζε, και τ' άνανθα τα χόρτα
ρόδα και κρίνους άνθιζαν σε κάθε της στροφή.

Κ' έπεσ' η σκλάβα ταπεινά μπρος στην ωραία παρθένα
γονατισμένη, αμίλητη, σκυμμένη, ντροπαλή
κ' εκείνη την ανάγειρε με χέρια ανδρειωμένα
και την εσφικταγκάλιασε μ' ατέλειωτο φιλί.

Και τη στιγμή που σμίξανε για το φιλί τα χείλια,
έπεσαν, βροντοκόπησαν τα σίδερα τα βαρειά,
οι αλυσίδες έσπασαν, στόματ' αγγέλων χίλια
αθώρητα ετραγούδησαν το "Χαίρε, Ελευθεριά!"...

Κ' η σκλάβα εξύπνησε με μιάς πετιέται απ' το κρεββάτι,
τα ξαφνιασμένα μάτια της στα κάστρα της κολλά-
Όχι δεν ήταν όνειρο, να τη η παρθένα, να τη!

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Μας το έστειλε ο ΜΙΜΗΣ
ώμορφη, γαλανόλευκη, με το Σταυρό ψηλά

Τετάρτη 9 Μαρτίου 2011

ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΒΙΟΛΙ



Άκουσε τ΄ απόκοσμο το παλιό βιολί
μέσα στη νυχτερινή σιγαλιά του Απρίλη
στο παλιό κουφάρι του μια ψυχή λαλεί
με τ΄ αχνά κι' απάρθενα της αγάπης χείλη.


Και τ' αηδόνι τ' άγρυπνο και το ζηλευτό
ζήλεψε κι εσώπασε κι έσκυψε κι εστάθη
για να δει περήφανο τι πουλί ειν' αυτό
που τα λέει γλυκύτερα της καρδιάς τα πάθη.

Ως κι ο γκιώνης τ' άχαρο, το δειλό πουλί,
με λαχτάρ' απόκρυφη τα φτερά τινάζει
και σωπαίνει ακούγοντας το παλιό βιολί,
για να μάθει ο δύστυχος πως ν` αναστενάζει.

Τι κι αν τρώει το ξύλο του το σαράκι; τι
κι αν περνούν αγύριστοι χρόνοι κι άλλοι χρόνοι;
Πιο γλυκιά και πιο όμορφη και πιο δυνατή
η φωνή του γίνεται, όσο αυτό παλιώνει.


Ειμ` εγώ τ' απόκοσμο το παλιό βιολί
μέσα στη νυχτερινή σιγαλιά του Απρίλη
στο παλιό κουφάρι μου μια ψυχή λαλεί
με της πρώτης νιότης μου τα δροσάτα χείλη.

Τι κι αν τρώει τα σπλάχνα μου το σαράκι; τι
κι αν βαδίζω αγύριστα χρόνο με τον χρόνο;
Πιο γλυκιά πιο όμορφη και πιο δυνατή
γίνεται η αγάπη μου, όσο εγώ παλιώνω.




Ιωάννης Πολέμης

Πέμπτη 24 Φεβρουαρίου 2011

Σκλαβιά

Βλέπω στ' αντικρινό μου παραθύρι
όσες φορές το μάτι μου στραφεί
μια γλάστρα στο πλατύ του ακουμπιστήρι
κι ένα κλουβί ψηλά στην κορυφή.



Στη γλάστρα ανθοβολούν χιονάτοι κρίνοι
κι αργοσαλεύουν φύλλα σπαθωτά
και στο κλουβί κλεισμένο καναρίνι
γλυκολαλεί κι ανήσυχο πετά.


Βλέπω το καναρίνι και τους κρίνους
κι άθελα νιώθω λύπη στην καρδιά.
Παίρνω τα κελαδήματα για θρήνους,
παίρνω για στεναγμούς την ευωδιά.


 Φαντάζομαι στους κήπους τ΄άνθη τ' άλλα
ελεύθερα ν΄ ανθίζουν, να μαδούν,
τα' άλλα πουλιά στα δένδρα τα μεγάλα
ασκλάβωτα, τρελά να κελαδούν.


Φαντάζομαι και θλίβομαι κι ακόμα
νοιώθω, πως ειν` απάνθρωπη σκλαβιά
για τ' άνθη οι γλάστρες με το λίγο χώμα,
για τα πουλιά τα ολόκλειστα κλουβιά.

Ιωάννης Πολέμης

Σάββατο 12 Φεβρουαρίου 2011

Τι είναι η πατρίδα μας;

Τι είναι η πατρίδα μας; Μην είν' οι κάμποι;
Μην είναι τ' άσπαρτα ψηλά βουνά;
Μην είναι ο ήλιος της, που χρυσολάμπει;
Μην είναι τ' άστρα της τα φωτεινά;

Μην είναι κάθε της ρηχό ακρογιάλι
και κάθε χώρα της με τα χωριά;
κάθε νησάκι της που αχνά προβάλλει,
κάθε της θάλασσα, κάθε στεριά;

Μην είναι τάχατε τα ερειπωμένα
αρχαία μνημεία της χρυσή στολή
που η τέχνη εφόρεσε και το καθένα
μια δόξα αθάνατη αντιλαλεί;

Όλα πατρίδα μας! Κι αυτά κι εκείνα,
και κάτι που 'χουμε μες την καρδιά
και λάμπει αθώρητο σαν ήλιου αχτίνα
και κράζει μέσα μας: Εμπρός παιδιά

Ιωάννης Πολέμης


Όλα τα παραπάνω ήταν κάποτε ,τώρα πατρίδα μου ΠΩΛΕΙΣΑΙ όπως είσαι επιπλωμένη.
Το μόνο που δεν μπορούν να πουλήσουν, αν μπορούσαν θα τα πωλούσαν κι αυτά, τον αέρα σου, τον ήλιο σου κι αυτό που έχουμαι μες την καρδιά μας.