Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2014

Σαν χθες εκοιμήθηο Άγιος του Ελληνισμού…


Αναρτήθηκε από τον/την olympiada 
20140203-224459.jpg
Γράφει ο ΝΙΚΟΣ Ι. ΚΩΣΤΑΡΑΣ
ΣΥΜΠΛΗΡΩΘΗΚΑΝ 171 χρόνια από την κοίμηση του ελευθερωτή του Γένους, του αρχιστράτηγου Θεόδωρου Κολοκοτρώνη (4-2-1843). Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης γεννήθηκε στις 3 Απριλί ου 1770, Δευτέρα της Λαμπρής, στο Ραμαβούνι της Μεσσηνίας και μεγάλωσε στο Λιμποβίσι της Αρκαδίας. Σε ηλικία δέκα ετών έμεινε ορφα νός και στα δεκαπέντε του χρόνια ήταν καπετάνιος. Θα αναφερθούμε συνοπτικά στην άγνωστη ναυτι κή του δράση. Πριν από την Επανάσταση του Εικο σιένα έγινε κουρσάρος. Ο Κολοκοτρώνης εκπαιδεύ τηκε ως θαλασσινός όταν βρισκόταν στη Μάνη και συχνά εγκατέλειπε τα κατσάβραχα, για να πιάσει το τιμόνι και να κάνει τα πειρατικά του «ρεσάλτα» κρα τώντας το «σαλτιρμά» (μαχαίρι) στα δόντια του και το «λεμπούτι» (κεφαλοθραύστη)
στο χέρι.
Μια δράση που ξετυλίγεται στα προεπαναστατι κά χρόνια όταν ο κλέφτης του Μοριά έγινε κουρσά ρος στα πέλαγα και πολέμησε τον Τούρκο με ορμη τήριο τη Μάνη και τα Επτάνησα. ‘Όταν ήταν στη Ζά κυνθο, δέχτηκε να γίνει καπετάνιος σ’ ένα σεμπέκο-μίοτικο ιστιοφόρο- που το έλεγαν «Άγιος Γεώρ γιος», με ρώσικη σημαία. Έκανε κούρσο στα παρά λια της Αχαΐας. Ρημάζει τις αποθήκες του Σαΐτ Αγά και γυρίζει στη Ζάκυνθο με σκλάβους και πλιάτσι κα. Γι’ αυτό μετά τον έστειλαν στην «Ευαγγελί στρια», ναυαρχίδα του μικρού καταδρομικού στό λου που είχαν οι Έλληνες υπό ρωσική σημαία.
Κι ύστερα άνοιξε αλληλογραφία με τους αρματο λούς του Ολύμπου και τέλος αποφάσισε να φύγει α πό τα Επτάνησα με τον Κεφαλλονίτη καπετάν Αλε ξανδρή Ραυτόπουλο για τη Σκιάθο, τα «Ψαρά» της Θεσσαλίας. Έφτασε στην Άσπρη Θάλασσα (το Αι γαίο Πέλαγος) και ενώνοντας τη δική του πολεμική μοίρα «Μοριάς» με τα μαύρα καράβια των αρματοκουρσάρων του Ολύμπου, που συγκροτούσαν κατα δρομικό στόλο εβδομήντα περίπου πλοιαρίων με ε πτά μοίρες (Βάλτος, Μοριάς, Ρούμελη, Όλυμπος, Άσπρη Θάλασσα, Σκιάθος και Κασσάνδρα).
Ο ίδιος ο καπετάν Θεόδωρος Κολοκοτρώνης με λακωνικά λόγια σημειώνει τη θαλασσινή του δράση στην Άσπρη Θάλασσα με τους αρματοκουρσάρους του Ολύμπου, γιατί «ο Κολοκοτρώνης έγραψεν ιστορίαν με το σπαθί του, δεν την έγραψεν με τα απομνημονεύματα του», όπως σημειώνει ο ιστορικός Γ. Γριτσόπουλος (Τα Απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη, σελ. 91) – «Επήγα με τον καπετάν Αλεξανδρή εις το Λεβάντε, δέκα μήνες εναντίον των Τούρκων. Εκεί επήγα εις το Άγιον Όρος, μας επολιόρκησαν τρία καράβια τούρκικα πολεμικά, δύο κορβέτα και μία φρεγάδα εις την Σκιάθον. Εδώκαμε είδηση μιας φρεγάδας αγγλικής, και ήλθεν εις βοήθειάν μας. Τα δύο κορβέτα τα εβούλιαξε και την φρεγάδα την επήρεν ζωντανήν. Είμεθα ημείς οι Έλληνες 1.400, όλοι οι καπεταναίοι του Ολύμπου, καθώς παπά Μπλαχάβας, Λιόλος, Λαζόπουλος, του Τζάρα οι καπεταναίοι. Αυτοί ευρέθησαν εις την Σκιάθον κατατρεγμένοι από τον Μουχτάρ πασά και λοιπούς Τούρκους της ξηράς. Μας πήρε ο χειμώνας, επήγαμε εις την Μάνην απ’ εκεί επήγα εις την Ζάκυνθον».
Αργότερα ως καπετάνιος κατήχησε διάφορους καπεταναίους σπετσιώτικων και υδραίικων καραβιών. Η κουρσάρικη περιπέτεια στην Άσπρη Θάλασσα του γαλβάνισε τον χαρακτήρα και του χάρισε εμπειρία για τις ευθύνες και τους αγώνες που θα τον περίμεναν με τον ξεσηκωμό του 1821. Όπως αναφέρει ο Ι. Πετρώφ (Περίδοξος Κλεφτουριά της Μακεδονίας, σελ. 139): «Ο κατά Θάλασσαν δεκάμηνος ούτος πόλεμος του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη διεξαχθείς υπό την σημαίαν των κορυφαίων της εποχής εκείνης αγωνιστών, Βλαχάβα και Νικοτσάρα, σπουδαίως ωφέλησε τον προκείμενον ήρωα, ενισχύσας την πολεμικήν αυτού δεινότητα και πείραν, προς τούτοις δε κατέστησαν αυτόν γνωστόν ανά τον αρματολικόν κόσμον και παρασκεύασεν αυτώ περίδαξον στάδιον της περαιτέρω δράσεως εν τω υπέρ εθνικής απελευθερώσεως αγώνα του 1821-1828». Και όπως τονίζει ο καθηγητής Αχιλλέας Λαζάρου (Ο Θ. Κολοκοτρώνης και η Σύμπραξη με του Αρματολούς του Ολύμπου, σελ. 11): “Η γνωριμία του Κολοκοτρώνη με τους αρματολούς του Ολύμπου, Θεσσαλίας, Μακεδονίας και τους ναυτικούς των παραλίων και των νησιών του Βορείου Αιγαίου υπήρξε αληθινό αναβάπτισμα στις δροσοπηγές του εθνικισμού των Ελλήνων. Η δε πολεμική σύμπραξη του αποδείχθηκε ευεργετική, γιατί του χάρισε πρωτόγνωρες εμπειρίες και πλούσια βιώματα».
Κι όλα αυτά τα γράψαμε γιατί αρκετοί δεν γνωρίζουν ακόμα τη ναυτική του ζωή στα προεπαναστατικά χρόνια. Αυτός είναι και ο λόγος που αραδιάσαμε εξεπίτηδες τις διάφορες πηγές -κι άλλες που παραλείψαμε- που αναφέρουν τον Κολοκοτρώνη ως καπετάνιο και κουρσάρο, για να μη χαθεί από τη μνήμη μας, γιατί ένα έθνος που χάνει τη μνήμη του είναι ξοφλημένο και οδηγείται προς την υποδούλωση. Η ιστορική μνήμη αποτελεί την επιβεβαίωση της βιολογικής συνέχειας του λαού μας μέσα στη διαδρομή των τριάντα αιώνων. Γονατίζουμε με σέβας και θαυμασμό σ’ αυτούς τους ανθρώπους που πάλεψαν με νύχια και δόντια για να μας λυτρώσουν από τη σκλαβιά. Ιδιαίτερα στη μεγάλη μορφή του Κολοκοτρώνη που με την αγράμματη σοφία του διδάσκει στους λαούς πώς οι σκλάβοι γίνονται ελεύθεροι. Πώς από τα κατσάβραχα αγκάλιασε τα κύματα. Και κλείνω με τη συμβουλή του στους νέους: — «Η προκοπή σας και η μάθηση σας να μη γίνει σκερπάνι μόνο διά το άτομο σας, αλλά να κοιτάζει το καλό της Κοινότητας και μέσα στο καλό αυτό βρίσκεται και το δικό σας”.
Αυτά έγραψαν τις ένδοξες σελίδες που σημάδε ψαν τα προεπαναστατικά χρόνια και προετοίμασαν την εθνική μας απελευθέρωση. Η κουρσάρικη πε ριπέτεια του καπετάν Θοδωρή στην Άσπρη Θάλασ σα του γαλβάνισε τον χαρακτήρα και του χάρισε εμπειρία για τις ευθύνες και τους αγώνες που θα τον περίμεναν για τον μεγάλο ξεσηκωμό του Εικο σιένα. Ο Καποδίστριας, δείχνοντας κάποτε τον Κο λοκοτρώνη στον Παρί ντε Βενσάν του είπε: «Να ο καινούργιος μας Οδυσσέας». Ο καπετάν Θόδωρος Κολοκοτρώνης εκτίμησε τη θάλασσα και μονολο γούσε αγναντεύοντας το Αιγαίο: «Από τα δύο στοι χεία, γη και πέλαγος, το δεύτερο είναι πολυτιμότε ρο για μας. Φεύγουν οι στεριές· από παντού αγνα ντεύουμε θάλασσα. Και στις μέρες μας, που έδω σε ο Θεός να’ χουμε δύναμη, με τα σιτοκάραβα πο λεμήσαμε τα βασέλα. Ο άξιος γεμιτζής παίρνει τα σοβράνα και μάχεται με τη βοήθεια των ανέμων κι ας είναι μικρό το καυκί του».
Κι αργότερα τόνιζε: «Εκατόν Έλληνες τα έβαλαν με πέντε χιλιάδες Τούρκους κι ένα καράβι με μια αρ-μάδα». Ήταν τότε που ήσαν μονιασμένοι οι Έλλη νες. Ακόμη την απόφαση των τολμηρών καπετάνιων ανέφερε στους στρατιώτες του για παράδειγμα:
«Ομοιάζομεν σαν να είναι εις ένα λιμένα πενήντα -εξήντα καράβια φορτωμένα, ένα από αυτά ξεκόβει, κάνει πανιά, πηγαίνει εις την δουλειά του με μια με γάλη φουρτούνα με μεγάλο άνεμο, πηγαίνει, πουλεί, κερδίζει, γυρίζει οπίσω σώον. Τότε ακούς όλα τα επί λοιπα καράβια και λέγουν: “Ιδού άνθρωπος, ιδού πα λικάρια, ιδού φρόνιμος και όχι σαν εμείς οπού καθόμεθα έτσι δειλοί, χαϊμένοι”, και κατηγορούνται οι κα πεταναίοι ως ανάξιοι. Αν δεν ευδοκιμούσε το καράβι ήθελε ειπούν: “Μα τι τρελός να σηκωθεί με τέτοια φουρτούνα, με τέτοιον άνεμο, να χαθή ο παλιάνθρωπος» επήρε τον κόσμο εις τον λαιμό του”.
«Έτσι κι εμείς ξεκινήσαμε για να κάνουμε την Ε πανάσταση. Αν αποτυχαίναμε, τι κατάρες θα ακού γαμε! Αλλ’ έδωσε ο Θεός και πετύχαμε και φέραμε τη λευτεριά στην πατρίδα».
Γι’ αυτό, κάπου αλλού, έλεγε χαμογελώντας: «Ο κόσμος μάς έλεγε τρελούς. Ημείς αν δεν είμεθα τρε λοί δεν εκάναμεν την επανάστασιν…» και συμπλήρω νε: «Οι Έλληνες είναι τρελοί αλλά έχουν γνωστικό Θεό». Η κουρσάρικη σύμπραξη του αποδείχθηκε ευ εργετική γιατί του χάρισε πρωτόγνωρες εμπειρίες και πλούσια βιώματα. Μάλιστα του χάρισε μια πολυ διάστατη σύνθεση: την παλικαριά του Αχιλλέα, τη σοφία του Νέστορα και την πανουργία του Οδυσ σέα. Γιατί είχε την καρδιά του λιονταριού, του αϊτού το μάτι, την πονηριά της αλεπούς, του λαγού το περ πάτημα και τον αιφνιδιασμό του κουρσάρου. Γι’ αυτό και αρκετά ελληνικά πλοία πήραν το όνομα του"
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Μας το έστειλε ο ΜΙΜΗΣ

Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2013

Ο Λόγος του Κολοκοτρώνη στην Πνύκα


 
http://www.sansimera.gr/
    Αποτελεί την πνευματική παρακαταθήκη του Γέρου του Μωριά προς τη νέα γενιά. Εκφωνήθηκε στις 8 Οκτωβρίου1838 στην Πνύκα και πρωτοδημοσιεύτηκε στις 13 Νοεμβρίου 1838 στην αθηναϊκή εφημερίδα «Αιών», που εξέδιδε ο ιστορικός Ιωάννης Φιλήμων.
    Στις 7 Οκτωβρίου 1838 ο γηραιός στρατηγός και εν ενεργεία Σύμβουλος Επικρατείας Θεόδωρος Κολοκοτρώνηςεπισκέφθηκε το Βασιλικό Γυμνάσιο της Αθήνας (νυν 1ο Πρότυπο Πειραματικό Γυμνάσιο Αθήνας) για να παρακολουθήσει τη διδασκαλία του γυμνασιάρχη Γεωργίου Γενναδίου (1784-1854) για τον Θουκυδίδη. Τόσο εντυπωσιάστηκε από την «παράδοσιν του πεπαιδευμένου γυμνασιάρχου και από την θέαν τοσούτων μαθητών», ώστε εξέφρασε την επιθυμία να μιλήσει και ο ίδιος προς τους μαθητές. Την πρότασή του απεδέχθη ο Γεννάδιος και λόγω της στενότητας του χώρου και του πλήθους των μαθητών η ομιλία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη ορίσθηκε για τις 10 το πρωί της 8ης Οκτωβρίου 1838 στην Πνύκα.
    Το γεγονός μαθεύτηκε στη μικρά τότε Αθήνα και εκτός από τους μαθητές, πλήθος ανθρώπων «διαφόρων επαγγελμάτων και τάξεων» συνέρρευσε στην Πνύκα το πρωί της 8ης Οκτωβρίου για να ακούσει τον ηγέτη της Επανάστασης του '21. Ξαφνικά, στον χώρο της ομιλίας εμφανίσθηκε «σμήνος χωροφυλακής», αποφασισμένο να διαλύσει τη συγκέντρωση, επειδή προφανώς, ως βασιλικότερο του βασιλέως Όθωνα, τη θεώρησε αντικαθεστωτική. Όμως, μετά τη διαβεβαίωση του γυμνασιάρχη και των καθηγητών για το «αθώο της πράξεως», οι χωροφύλακες αποχώρησαν και η ομιλία έγινε κανονικά. Άλλωστε, ο Κολοκοτρώνης δεν αποτελούσε κίνδυνο για τη δυναστεία, αφού τα είχε βρει με τον Όθωνα και κατείχε μάλιστα το αξίωμα του Συμβούλου της Επικρατείας, δηλαδή του πολιτικού συμβούλου του βασιλιά. (Το Συμβούλιο της Επικρατείας εκείνης της εποχής, που ήταν πολιτικό σώμα, δεν πρέπει να συγχέεται με το σημερινό Συμβούλιο της Επικρατείας, που είναι δικαστικός σχηματισμός.)
 
Η Ομιλία
Παιδιά μου!
    Εις τον τόπο τούτο, οπού εγώ πατώ σήμερα, επατούσαν και εδημηγορούσαν τον παλαιό καιρό άνδρες σοφοί, και άνδρες με τους οποίους δεν είμαι άξιος να συγκριθώ και ούτε να φθάσω τα ίχνη των. Εγώ επιθυμούσα να σας ιδώ, παιδιά μου, εις την μεγάλη δόξα των προπατόρων μας, και έρχομαι να σας ειπώ, όσα εις τον καιρό του αγώνος και προ αυτού και ύστερα απ' αυτόν ο ίδιος επαρατήρησα, και απ' αυτά να κάμωμε συμπερασμούς και δια την μέλλουσαν ευτυχίαν σας, μολονότι ο Θεός μόνος ηξεύρει τα μέλλοντα. Και δια τους παλαιούς Έλληνας, οποίας γνώσεις είχαν και ποία δόξα και τιμήν έχαιραν κοντά εις τα άλλα έθνη του καιρού των, οποίους ήρωας, στρατηγούς, πολιτικούς είχαν, δια ταύτα σας λέγουν καθ' ημέραν οι διδάσκαλοί σας και οι πεπαιδευμένοι μας. Εγώ δεν είμαι αρκετός. Σας λέγω μόνον πως ήταν σοφοί, και από εδώ επήραν και εδανείσθησαν τα άλλα έθνη την σοφίαν των.
    Εις τον τόπον, τον οποίον κατοικούμε, εκατοικούσαν οι παλαιοί Έλληνες, από τους οποίους και ημείς καταγόμεθα και ελάβαμε το όνομα τούτο. Αυτοί διέφεραν από ημάς εις την θρησκείαν, διότι επροσκυνούσαν τες πέτρες και τα ξύλα. Αφού ύστερα ήλθε στον κόσμο ο Χριστός, οι λαοί όλοι επίστευσαν εις το Ευαγγέλιό του, και έπαυσαν να λατρεύουν τα είδωλα. Δεν επήρε μαζί του ούτε σοφούς ούτε προκομμένους, αλλ' απλούς ανθρώπους, χωρικούς καί ψαράδες, και με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος έμαθαν όλες τες γλώσσες του κόσμου, οι οποίοι, μολονότι όπου και αν έβρισκαν εναντιότητες και οι βασιλείς και οι τύραννοι τους κατέτρεχαν, δεν ημπόρεσε κανένας να τους κάμη τίποτα. Αυτοί εστερέωσαν την πίστιν.
    Οι παλαιοί Έλληνες, οι πρόγονοί μας, έπεσαν εις την διχόνοια και ετρώγονταν μεταξύ τους, και έτσι έλαβαν καιρό πρώτα οι Ρωμαίοι, έπειτα άλλοι βάρβαροι καί τους υπόταξαν. Ύστερα ήλθαν οι Μουσουλμάνοι και έκαμαν ό,τι ημπορούσαν, δια να αλλάξη ο λαός την πίστιν του. Έκοψαν γλώσσες εις πολλούς ανθρώπους, αλλ' εστάθη αδύνατο να το κατορθώσουν. Τον ένα έκοπταν, ο άλλος το σταυρό του έκαμε. Σαν είδε τούτο ο σουλτάνος, διόρισε ένα βιτσερέ [αντιβασιλέα], έναν πατριάρχη, καί του έδωσε την εξουσία της εκκλησίας. Αυτός και ο λοιπός κλήρος έκαμαν ό,τι τους έλεγε ο σουλτάνος. Ύστερον έγιναν οι κοτζαμπάσηδες [προεστοί] εις όλα τα μέρη. Η τρίτη τάξη, οι έμποροι και οι προκομμένοι, το καλύτερο μέρος των πολιτών, μην υποφέρνοντες τον ζυγό έφευγαν, και οι γραμματισμένοι επήραν και έφευγαν από την Ελλάδα, την πατρίδα των, και έτσι ο λαός, όστις στερημένος από τα μέσα της προκοπής, εκατήντησεν εις αθλίαν κατάσταση, και αυτή αύξαινε κάθε ήμερα χειρότερα· διότι, αν ευρίσκετο μεταξύ του λαού κανείς με ολίγην μάθηση, τον ελάμβανε ο κλήρος, όστις έχαιρε προνόμια, ή εσύρετο από τον έμπορο της Ευρώπης ως βοηθός του ή εγίνετο γραμματικός του προεστού. Και μερικοί μην υποφέροντες την τυραννίαν του Τούρκου και βλέποντας τες δόξες και τες ηδονές οπού ανελάμβαναν αυτοί, άφηναν την πίστη τους και εγίνοντο Μουσουλμάνοι. Καί τοιουτοτρόπως κάθε ήμερα ο λαός ελίγνευε καί επτώχαινε.
    Εις αυτήν την δυστυχισμένη κατάσταση μερικοί από τους φυγάδες γραμματισμένους εμετάφραζαν και έστελναν εις την Ελλάδα βιβλία, και εις αυτούς πρέπει να χρωστούμε ευγνωμοσύνη, διότι ευθύς οπού κανένας άνθρωπος από το λαό εμάνθανε τα κοινά γράμματα, εδιάβαζεν αυτά τα βιβλία και έβλεπε ποίους είχαμε προγόνους, τι έκαμεν ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης και άλλοι πολλοί παλαιοί μας, και εβλέπαμε και εις ποίαν κατάσταση ευρισκόμεθα τότε. Όθεν μας ήλθεν εις το νου να τους μιμηθούμε και να γίνουμε ευτυχέστεροι. Και έτσι έγινε και επροόδευσεν η Εταιρεία.
    Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πως δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε «πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα», αλλά ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση.
    Εις τον πρώτο χρόνο της Επαναστάσεως είχαμε μεγάλη ομόνοια και όλοι ετρέχαμε σύμφωνοι. Ο ένας επήγεν εις τον πόλεμο, ο αδελφός του έφερνε ξύλα, η γυναίκα του εζύμωνε, το παιδί του εκουβαλούσε ψωμί και μπαρουτόβολα εις το στρατόπεδον και εάν αυτή η ομόνοια εβαστούσε ακόμη δύο χρόνους, ηθέλαμε κυριεύσει και την Θεσσαλία και την Μακεδονία, και ίσως εφθάναμε και έως την Κωνσταντινούπολη. Τόσον τρομάξαμε τους Τούρκους, οπού άκουγαν Έλληνα και έφευγαν χίλια μίλια μακρά. Εκατόν Έλληνες έβαζαν πέντε χιλιάδες εμπρός, και ένα καράβι μιαν άρμάδα. Άλλά δεν εβάσταξε!
    Ήλθαν μερικοί και ηθέλησαν να γένουν μπαρμπέρηδες εις του κασίδη το κεφάλι. Μας πονούσε το μπαρμπέρισμά τους. Μα τι να κάμομε; Είχαμε και αυτουνών την ανάγκη. Από τότε ήρχισεν η διχόνοια και εχάθη η πρώτη προθυμία και ομόνοια. Και όταν έλεγες τον Κώστα να δώσει χρήματα διά τας ανάγκας του έθνους ή να υπάγει εις τον πόλεμο, τούτος επρόβαλλε τον Γιάννη. Και μ' αυτόν τον τρόπο κανείς δεν ήθελε ούτε να συνδράμει ούτε να πολεμήσει. Και τούτο εγίνετο, επειδή δεν είχαμε ένα αρχηγό και μίαν κεφαλή. Άλλά ένας έμπαινε πρόεδρος έξι μήνες, εσηκώνετο ο άλλος και τον έριχνε και εκάθετο αυτός άλλους τόσους, και έτσι ο ένας ήθελε τούτο και ο άλλος το άλλο. Ισως όλοι ηθέλαμε το καλό, πλην καθένας κατά την γνώμη του. Όταν προστάζουνε πολλοί, ποτέ το σπίτι δεν χτίζεται ούτε τελειώνει. Ο ένας λέγει ότι η πόρτα πρέπει να βλέπει εις το ανατολικό μέρος, ο άλλος εις το αντικρινό και ο άλλος εις τον Βορέα, σαν να ήτον το σπίτι εις τον αραμπά και να γυρίζει, καθώς λέγει ο καθένας. Με τούτο τον τρόπο δεν κτίζεται ποτέ το σπίτι, αλλά πρέπει να είναι ένας αρχιτέκτων, οπού να προστάζει πως θα γενεί. Παρομοίως και ημείς εχρειαζόμεθα έναν αρχηγό και έναν αρχιτέκτονα, όστις να προστάζει και οι άλλοι να υπακούουν και να ακολουθούν. Αλλ' επειδή είμεθα εις τέτοια κατάσταση, εξ αιτίας της διχόνοιας, μας έπεσε η Τουρκιά επάνω μας και κοντέψαμε να χαθούμε, και εις τους στερνούς επτά χρόνους δεν κατορθώσαμε μεγάλα πράγματα.
    Εις αυτή την κατάσταση έρχεται ο βασιλεύς, τα πράγματα ησυχάζουν και το εμπόριο και ή γεωργία και οι τέχνες αρχίζουν να προοδεύουν και μάλιστα ή παιδεία. Αυτή η μάθησις θα μας αυξήσει και θα μας ευτυχήσει. Αλλά διά να αυξήσομεν, χρειάζεται και η στερέωσις της πολιτείας μας, η όποία γίνεται με την καλλιέργεια και με την υποστήριξη του Θρόνου. Ο βασιλεύς μας είναι νέος και συμμορφώνεται με τον τόπο μας, δεν είναι προσωρινός, αλλ' η βασιλεία του είναι διαδοχική και θα περάσει εις τα παιδιά των παιδιών του, και με αυτόν κι εσείς και τα παιδιά σας θα ζήσετε. Πρέπει να φυλάξετε την πίστη σας και να την στερεώσετε, διότι, όταν επιάσαμε τα άρματα είπαμε πρώτα υπέρ πίστεως και έπειτα υπέρ πατρίδος. Όλα τα έθνη του κόσμου έχουν και φυλάττουν μια Θρησκεία. Και αυτοί, οι Εβραίοι, οι όποίοι κατατρέχοντο και μισούντο και από όλα τα έθνη, μένουν σταθεροί εις την πίστη τους.
    Εγώ, παιδιά μου, κατά κακή μου τύχη, εξ αιτίας των περιστάσεων, έμεινα αγράμματος και δια τούτο σας ζητώ συγχώρηση, διότι δεν ομιλώ καθώς οι δάσκαλοι σας. Σας είπα όσα ο ίδιος είδα, ήκουσα και εγνώρισα, δια να ωφεληθήτε από τα απερασμένα και από τα κακά αποτελέσματα της διχονοίας, την οποίαν να αποστρέφεσθε, και να έχετε ομόνοια. Εμάς μη μας τηράτε πλέον. Το έργο μας και ο καιρός μας επέρασε. Και αι ημέραι της γενεάς, η οποία σας άνοιξε το δρόμο, θέλουν μετ' ολίγον περάσει. Την ημέρα της ζωής μας θέλει διαδεχθή η νύκτα του θανάτου μας, καθώς την ημέραν των Αγίων Ασωμάτων θέλει διαδεχθή η νύκτα και η αυριανή ήμερα. Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο, οπού ημείς ελευθερώσαμε· και, δια να γίνη τούτο, πρέπει να έχετε ως θεμέλια της πολιτείας την ομόνοια, την θρησκεία, την καλλιέργεια του Θρόνου και την φρόνιμον ελευθερία.
    Τελειώνω το λόγο μου. Ζήτω ο Βασιλεύς μας Όθων! Ζήτω οι σοφοί διδάσκαλοι! Ζήτω η Ελληνική Νεολαία!

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Μας το έστειλε ο ΜΙΜΗΣ

Δευτέρα 24 Ιουνίου 2013

ΠΟΙΟΣ ΗΤΑΝ Ο ΝΕΝΕΚΟΣ?

  

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης σαν σήμερα(20/6) το 1828 μίλησε για " νενέκους " και είπε το " φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους . Από τότε το " νενέκος "είναι η χειρότερη προσβολή που μπορεί να δεχτεί πολιτικός. Πολλοί την έχουν εκστομίσει την προσβολή.
Ποιος ήταν ο Νενέκος και γιατί το όνομά του έγινε συνώνυμο της εθνικής προδοσίας?Οπλαρχηγός της Επανάστασης του 1821 .
Ο Δημήτριος Νενέκος καταγόταν από το χωριό Ζουμπάτα των Πατρών κι έγινε οπλαρχηγός του προκρίτου της Πάτρας Βενιζέλου Ρούφου, αφού προηγουμένως
δολοφόνησε πολυακουσμένα πολεμιστές Σπανοκυριάκο ΚΑΙ Σαγιά ΠΟΥ διεκδικούσαν ΤΟ Ίδιο αξίωμα.
Διακρίθηκε στις πολιορκίες της Πάτρας και του Μεσολογγίου, αλλά μετά την άλωση του, συνεργάστηκε με τον αλβανικής καταγωγής, Αιγύπτιο στρατηγό Ιμπραήμ, ο οποίος του προσέφερε προνόμια. Το 1826 προσκύνησε και συμπαρέσυρε μαζί του και πολλούς άλλους. Το 1827, επικεφαλής των Τουρκοπροσκυνημένων πολέμησε εναντίον των Ελλήνων και τους νίκησε. Για αυτά τα « κατορθώματα »του και με τη μεσολάβηση του Ιμπραήμ, έγινε με διαταγή του Σουλτάνου,« μπέης ».
Ο Γέρος του Μοριά, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, βλέποντας τις θυσίες και τους αγώνες των Ελλήνων, να πηγαίνουν χαμένοι, αντέτεινε το ιστορικό «Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους! »και« ξαναζωντάνεψε » την ετοιμοθάνατη Επανάσταση. Απάντησε με μιαχωρίς προηγούμενο τρομοκρατία στην τρομοκρατία του Ιμπραήμ. Όσα χωριά αρνούντο να επανέλθουν στο ελληνικό στρατόπεδο, δέχονταν αιφνιδιαστικές επιθέσεις από τους άνδρες του Γέρου. Σε όλο τον Μοριά οι πρωτεργάτες του προσκυνήματος συλλαμβάνονταν και εκτελούνταν.
Όταν ο Ιμπραήμ από την Πάτρα ξεκινούσε για τα Καλάβρυτα με τον στρατό του και το Νενέκο με 2.000 δικούς του στο χάνι τουΒερβένικου ο Ιμπραήμ παραδρόμησε και περαπλανήθηκε μέσα στο δάσος ώσπου έπεσε πάνω στο Νενέκο και τους Αρβανιτάδες του. Στου Δεσπότη τη Βρύση καθώς προχωρούσε αυτός με τη νέα του συνοδεία κοιμήθηκε. ΣΤΗΝ διάρκεια ύπνου ΤΟΥ ΤΟΥ όμως ΤΟΝ φύλαγαν Καλά ΟΙ Νενεκαίοι ΓΙ 'αυτό σαν έφτασε στο στρατόπεδό του «επήνεσε τον Νενέκον δια την πίστην του, και παρρήσια μάλιστα τον εχάϊδευσε με τα χέρια του ενώπιον των επισήμων Τούρκων».
Ο Κολοκοτρώνης μαθαίνοντας ότι ο Νενέκος είχε τον Ιμπραήμ στα χέρια του και δεν τον σκότωσε, «... ωρκίσθει παρρησία ημών εις τον Μεγάλον Θεόν των Ελλήνων και είπεν, ότι επιθυμεί τον φόνον του Νενέκου, και αν τον εύρισκε πουθενά με τα ίδια του τα χέρια τον εφόνευεν, πράγμα πολύ παράξενον και πρωτάκουστον απο το στόμα του Κολοκοτρώνη να ομιλή περί φόνου, και ότι μόνος του θέλει να τον κάμη ».
Η. εκτέλεση ΤΟΥ Νενέκου, έγινε τελικά το 1828, κατ 'εντολήν του Κολοκοτρώνη , από τον αδελφό του δολοφονημένου Σαγιά.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ:Μας το εστειλε ο ΜΙΜΗΣ