Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2014

Την γλώτταν μου έδωκαν .....Γαλατσιάνκην

 Από την Εφημερίδα "ΤΑ ΝΕΑ ΤΗΣ ΓΑΛΑΤΙΣΤΑΣ" (Αρ.φυλ.14)

Η σύνταξη της εφημερίδας αισθάνεται την υποχρέωση να ευχαριστήσει δημόσια την κ. ΚΑΤΙΝΑ ΚΟΥΜΠΟΤΗ - ΜΑΤΣΟΥΚΗ για την προσπάθειά της να καταγράψει την ....γλώτταν μας, αλλά και για την ευγενή χειρονομία της να μας παραχωρήσει την εργασία της αυτή.



αβέρτα = συνέχεια ανοιχτά, ελεύθερα.
άβνταλ   =  η απρόσεχτη.
άβνταλος   = ο απρόσεχτος.
*αβταλουσύν =  η απροσεξιά (απ’ τν αβταλουσύνη τ’, γκριμουτσακίσκι κι                                   έφαγι τα μούτρ’ τ’)
άγαρμπους   = ο άκομψος.
αγαστέρα =  το μπουκάλι. (φέρει μαρί τν αγαστέρα μι του λάδ’)
αγιάζ (το) = το πρωινό κρυό. (τουν έφαγι τ’ αγιάζ’ )
αγκαστρουμέν (η) =  η έγκυος. (είνι ή μι φαίνιτι μαρί γκαστρουμένην η                                        Λέν’)
αγγειά (τα) = τα δοχεία. (για τράβα καθάρσι τ’ αγγειά γαιτί πρέπ’ να βάλουμι μέσα ρακί)
άγκουνας   = ο αγκώνας.
αγκουρίδα = η άγουρη ρόγα από το σταφύλι.
αγλέφαρους   = το μέτωπο της κεφαλής.(ά ούλα κι ούλα τουν αγλέφαρου                      τον θέλω καθαρό)
αγουστέρα =  η  σαύρα.
αγριντιά =  ο κορμός δέντρου που στήριζε τη στέγη. (τουν κρέμασι                                  ανάποδα απ’ τν αγριντιά γιατί δεν κάταν καλά)
αδειάζου = ευκαιρώ. (Αμα αδειάσ’ έλα που συ θέλω)
αδιάνιτ = σε αφασία.
άκλουθου ή ακλούθ’ = το ύστερο της λεχώνας.
άκουμπέτ = πράγματι, πάνω στην ώρα του.
αλ’ βουλά = άλλη φορά. (αλ βουλά να μη του ξανακάνεις αυτό)
άλαλα - μπούλαλα = άνω - κάτω, ανάκατα.
αλαμπουρνέζκα (τα) = τα ασυνάρτητα λόγια.(τί αλαμπουρνέζκα μας                                                      τσαμπουνάει πάλι αυτός;)
αλαρίσμινις   = ανεπιθύμητες επισκέψεις γυναικών.
αλατζιάς =    ρούχο αντρικό  πάνω από το πουκάμισο.
αλαφαντόν = αναφανδόν, όλα στη φόρα.
αλαφρουμπαλάντζα = η επιπόλαιη.
αλικάν = γεωργικό εργαλείο αλωνισμού.
αλισβιρίς (το) =  η δοσοληψία.  (να κόψ’ τ’ αλισβισρίσια μ’ αυτόν γιατί δεν                                   είναι καλός ανθρωπος)
αλτσιάς   = το πέταλο του αλόγου.
αμανέτ (το) = το ενέχυρο.( αμα χρειαστεί ακόμα και τουν κήπο θα βάλουμε                    αμανέτ για να του σπουδάσουμι του πιδί)
αμάχ(ι) (το) = το μίσος. (απου τότε που τον χτύπση αμάχι τουν έχ’)
αμπούλα = μπάλα από χιόνι.
ανγκαίους  = το  αποχωρητήριο.(βλέπε και αχαλές, απόπατους)
ανάμ = το αναπάντεχο, το θαύμα.(τι αναμ ήταν μαρί πάλι μ,ι τούτου)
ανιγκάζου = σκαλίζω τη φωτιά. (ανέγκασι τ΄φωτιά γιατί θα σβήσ΄)
ανικούκουρδα = με λυγισμένα γόνατα.(αμα δεν έχ’ καρέκλα, κάτσι                                             ανικούκουρδα)
ανιμουσουσούρσμα (το) =  ο δυνατός αέρας που σηκώνει το χιόνι.
ανισκουμπώθκα = μάζεψα τα μανίκια για δουλειά. (ανισκουμπώσ’ κι πιάσι                                του θκέλ’)
ανιτσούμσα = συνήλθα, δυνάμωσα. (ανιτσούμσι σα τράβξει δυο ρακιά)
αντέτ (το) = το έθιμο. (αντέτ τν έχουμι τ’ καμήλα στου χουριό)
αντιρούμι = διστάζω, σιχαίνομαι.
απάνσζ = επάνω στην ώρα.
απλουγιούμι = απαντώ. (γιατί ρε δεν απλουγιέσι που σι φουνάζω)
απόπατους  = το  αποχωρητήριο.
απόρξει = απέβαλε το έμβρυο.
απουλιάνα =  το ανοιχτό μέρος, αλάνα.
απουλνώ = αφήνω ελεύθερο. (απόλνια τα πράματα να πα να βουσκήσν’)
αραντσές   = είδος φαγητού με αλεύρι.
αραρούτ (το) = φαγητό για βρέφη με νισετέ.
αρβάνα =   η χοντρή και μάλλινη κουβέρτα με κρόσια, βελέντζα, φλοκάτη.
αρνίθια (τα) = οι όρνιθες, κότες.
αρτύθκα = δεν νήστεψα.
άσουτου = πάρα πολύ, ατελείωτο.
αστάρ (το) =  η φόδρα.
αστόϊσα = ξέχασα. (πάλι  αστόϊσις να  μι φέρς του τσγιάπ’)
αστρέχα =  η προεξοχή στέγης.
αφιντάκους   = ο πατέρας.
αφκριούμι = κρυφακούω. (άμα χούι κι αυτό ν’ αφκριέσι συνέχεια)
αφλάδα = φύλλο βιβλίου. (πάλι τν αφλάδα έκουψις να τλίξ’ τα ψάρια;)
αχαλές   = το αποχωρητήριο.
αχαμνουσύν =  η αδιαθεσία. (τράβα φωνάξι του γιατρό γιατί έχου μια                             αχαμνουσύν στου στουμάχ’)
αχμάκς   = ο βλάκας. (τέτοις αχμάκς που είναι προυκουπή γυρεύς;)
αχταρμάς   = ανακατεμένα, διάφορα.


Δεν υπάρχουν σχόλια: